Διατροφικοί μύθοι και απαντήσεις

Συντάκτης: Ειρήνη Μαθιουδάκη, Διδάκτωρ Βιοχημείας - Συγγραφέας

Tα τελευταία χρόνια είναι γεγονός ότι υπάρχει περισσότερη πληροφόρηση σχετικά με τη διατροφή μας. Διαβάζουμε, ακούμε και μαθαίνουμε για το τι πρέπει να τρώμε, ποια θρεπτικά στοιχεία περιέχονται σε κάθε τρόφιμο, ποιες τροφές είναι υγιεινές και ποιες μπορούν βλάψουν τον οργανισμό μας. Παρόλη όμως τη γνώση, υπάρχουν ακόμα κάποιοι διατροφικοί μύθοι και κάποια τρόφιμα που για διάφορους λόγους μπορεί να θεωρηθούν “παρεξηγημένα”. Είτε γιατί θεωρούνται πιο υγιεινά από ότι είναι, είτε γιατί δεν είναι όσο “ελαφρά” και χαμηλοθερμιδικά νομίζουμε, είτε τέλος γιατί δεν κάνουν τόσο καλό ή κακό, όσο νομίζουμε. Ας ρίξουμε μια ματιά στους μύθους αυτούς, αλλά και στο τι ισχύει πραγματικά.

Μύθος νο.1: Το υγιεινό ελαιόλαδο και τα “ελαφριά” σπορέλαια

Πραγματικότητα: Ξεκινάμε με ένα πολύ κλασσικό δίλημμα που πολλοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν. Το δίλημμα αυτό συνδέεται με τη θερμιδική περιεκτικότητα, αλλά και την θρεπτική αξία των διαφορετικών τύπων ελαίων. Είναι πολλοί αυτοί που πιστεύουν ότι το ελαιόλαδο έχει περισσότερες θερμίδες από τα υπόλοιπα “ελαφριά” λάδια (σογιέλαιο, βαμβακέλαιο, ηλιέλαιο).

Αυτό είναι αποτέλεσμα μάλλον της μεγαλύτερης ρευστότητας των σπορέλαιων, του δυνατότερου αρώματος και της εντονότερης γεύσης του ελαιολάδου, αλλά και της έξυπνης διαφημιστικής προώθησης των ελαίων αυτών με σύνθημα που τονίζει την «καλή ποιότητα» των σπορέλαιων.

Οι διαιτολόγοι και οι άλλοι επιστήμονες όμως, συστήνουν την κατανάλωση του ελαιόλαδου, γιατί παρέχει σαφώς υψηλότερης θρεπτικής αξίας λιπαρά οξέα, που είναι κυρίως μονοακόρεστα, αλλά και επίσης γιατί δίνουν τον ίδιο αριθμό θερμίδων (9 θερμίδες ανά γραμμάριο), όπως και όλα τα άλλα λάδια, ανεξάρτητα από τον καρπό από τον οποίο προέρχονται. Άρα, μία κουταλιά της σούπας ελαιόλαδο δίνει λίγο περισσότερο από 90 θερμίδες, όσες ακριβώς και τα σπορέλαια, αλλά οι θερμίδες αυτές είναι πολύ πιο υγιεινές και προστατευτικές για τον οργανισμό μας (λόγω της παρουσίας αντιοξειδωτικών ουσιών όπως π.χ. η βιταμίνη Ε, οι οποίες έχουν αντικαρκινική και αντιγηραντική δράση).

Βέβαια πρέπει να επισημανθεί ότι όλα τα έλαια θέλουν προσοχή στην κατανάλωση τους, μια και συμβάλλουν στην επιβάρυνσή μας με θερμίδες λίπους και την αύξηση του σωματικού μας βάρους, ακόμα και αν προέρχονται από το υγιεινό και τόσο διαδεδομένο στη χώρα μας “χυμό” της ελιάς.

Συμπέρασμα: καταναλώστε ελαιόλαδο, αλλά προσέξτε την ποσότητα που προσθέτετε στα γεύματά σας, και φροντίστε να καταναλώνετε κυρίως “παρθένο” ελαιόλαδο, αφού αυτό δεν έχει υποστεί καμιά επεξεργασία, όπως έχει συμβεί με το “ραφινέ”.

Μύθος νο.2: “Οι ελιές δεν επιβαρύνουν το βάρος μας”

Πραγματικότητα: αν και το ελαιόλαδο προέρχεται από την ελιά, φαντάζει για τους περισσότερους από εμάς ως πιο επικίνδυνο και επιβαρυντικό για το βάρος μας από τις ελιές. Έτσι, ενώ συχνά ελέγχουμε την ποσότητα του λαδιού που θα προσθέσουμε στο φαγητό ή τη σαλάτα μας, με μεγάλη ευκολία-αλλά και ευχαρίστηση- καταναλώνουμε μια χούφτα ελιές. Δεν πρέπει λοιπόν να παραβλέπουμε το γεγονός ότι 5 μικρές ελιές ή 3 μεγάλες μας δίνουν ακριβώς τις ίδιες θερμίδες με 1 κουταλάκι του γλυκού ελαιόλαδο, δηλαδή 45 θερμίδες. Έτσι, αν και μας προσφέρουν πολύτιμα συστατικά όπως βιταμίνες (Α και Ε), καροτένια και στοιχεία όπως ασβέστιο, φώσφορο, σίδηρο και μαγνήσιο, παράλληλα είναι μια καλή πηγή λίπους που πρέπει να προσέχουμε.

Συμπέρασμα: την επόμενη φορά που θα “αρκεστούμε” σε λίγο φρέσκο ψωμί και μερικές ελιές, στην προσπάθειά μας να φάμε κάτι ελαφρύ, θα πρέπει να κοντρολάρουμε καλά την ποσότητα από τις ελιές που θα καταναλώσουμε.

Μύθος νο.3: “Η ζάχαρη παχαίνει ενώ η φρουκτόζη είναι διαιτητική”:

Πραγματικότητα: Αυτό είναι επίσης ένα συνηθισμένο δίλημμα, κυρίως ανάμεσα στους ανθρώπους που προσέχουν το βάρος τους ή επιθυμούν να χάσουν βάρος. Έχει δημιουργηθεί λοιπόν ο μύθος ότι η ζάχαρη παχαίνει περισσότερο από τη φρουκτόζη, η οποία θεωρείται εσφαλμένα από πολλούς ως “διαιτητικό προϊόν”. Αυτό που όμως ισχύει είναι ότι ζάχαρη και φρουκτόζη έχουν ακριβώς τις ίδιες θερμίδες, αφού και οι δύο είναι υδατάνθρακες και μας παρέχουν 4 θερμίδες ανά γραμμάριο (1 κουταλάκι του γλυκού και από τις δύο δίνει 20 θερμίδες). Αυτό που έχει συνδέσει τη φρουκτόζη όμως με τις δίαιτες είναι ότι απορροφάται πιο αργά και έχει διπλάσια γλυκύτητα από τη ζάχαρη. Έτσι, μπορούμε να έχουμε θερμιδικό όφελος από την κατανάλωσή της βάζοντας στον καφέ ή το τσάι μας μισή ποσότητα από τη ζάχαρη, που συνήθως βάζαμε.

Κάτι αντίστοιχο μπορούμε να πούμε και για την μαύρη ζάχαρη, που επίσης θεωρείται πιο διαιτητική από την κλασσική άσπρη ζάχαρη. Και σε αυτή την περίπτωση όμως έχουμε δύο τρόφιμα με το ίδιο ακριβώς θερμιδικό φορτίο, αλλά με διαφορετική θρεπτική αξία, μια και η πρώτη λόγω της μικρότερης επεξεργασίας της είναι σαφώς πιο υγιεινή.

Συμπέρασμα: αντικαταστήστε την άσπρη ζάχαρη, με φρουκτόζη ή μαύρη ζάχαρη, όχι όμως για να γλιτώσετε θερμίδες, αλλά για να επωφεληθείτε από τις θετικές τους ιδιότητες.

Μύθος νο.4: “Το μέλι παχαίνει λιγότερο από τη ζάχαρη”

Πραγματικότητα: Πολλές φορές προσθέτουμε στα ροφήματά μας, κυρίως τώρα το χειμώνα, μέλι αντί για ζάχαρη, μια και συχνά πιστεύουμε ότι επειδή το μέλι είναι πιο “υγιεινό” θα μας επιβαρύνει λιγότερο με θερμίδες. Είναι όμως έτσι; Μάλλον όχι αφού η θερμιδική αξία μιας κουταλιάς του γλυκού μέλι είναι μεγαλύτερη από μια αντίστοιχη ποσότητα ζάχαρης. Βέβαια, αυτό που δεν αμφισβητείται είναι η γενικότερη θρεπτική αξία του μελιού. Το μέλι είναι μια τροφή πλούσια σε ιχνοστοιχεία και μέταλλα και αποτελεί όντως μια καλή εναλλακτική λύση για να αποφύγουμε τη σαφώς πιο επεξεργασμένη ζάχαρη, που είναι ένας απλός και εύκολα απορροφήσιμος υδατάνθρακας.

Συμπέρασμα: με την κατανάλωση του μελιού κερδίζετε υγεία αλλά και θερμίδες και για αυτό περιορίστε το στο απογευματινό σας ρόφημα ή στη φρυγανιά του πρωινού.

Μύθος νο.5: “Το ψωμί σικάλεως δεν παχαίνει όσο το άσπρο”

Πραγματικότητα: τα τελευταία χρόνια οι ελληνικοί φούρνοι κατακλύστηκαν από μια απίστευτη ποικιλία άλευρων και ψωμιών, που ανταγωνίζονται το κλασσικό άσπρο, χωριάτικο ψωμί. Η υψηλή κατανάλωση του μαύρου ψωμιού δε συνδέεται πάντα όμως μόνο με την πλουσιότερη γεύση του. Πολλοί άνθρωποι το προτιμούν επειδή το θεωρούν ένα ακόμα διαιτητικό προϊόν, αφού είναι η κλασσική πρόταση σε διαιτολόγια απώλειας βάρους. Δεν είναι όμως έτσι. Το μαύρο ψωμί έχει τις ίδιες, αν όχι και λίγο περισσότερες θερμίδες, από το άσπρο ψωμί. Κάθε φέτα 30 γραμμαρίων (μέγεθος τοστ) δίνουν περίπου 70-80 θερμίδες. Η σαφής όμως υπεροχή του ψωμιού που είναι σικάλεως ή ολικής ή πολύσπορο δεν βρίσκεται στο χαμηλότερο ενεργειακό φορτίο του, αλλά στις θετικές επιδράσεις των περισσοτέρων φυτικών ινών. Έτσι αυτά τα ψωμιά χορταίνουν περισσότερο φέρνοντας μεγαλύτερο κορεσμό, έχουν περισσότερες βιταμίνες π.χ. του συμπλέγματος Β, συντελούν στην καλύτερη λειτουργία του εντέρου και έχουν θετική επίδραση στα επίπεδα του ζαχάρου, αλλά και των λιπιδίων στο αίμα μας.

Συμπέρασμα: προτιμήστε το μαύρο ψωμί και τις ποικιλίες του, για να επωφεληθείτε των ευεργετικών του συστατικών, και όχι για να “γλιτώσετε” θερμίδες, αφού η υψηλή του θρεπτική αξία συμβαδίζει με μια θερμιδική αξία ισάξια αυτής του λευκού ψωμιού.

Μύθος νο.6:”Οι πατάτες παχαίνουν”

Πραγματικότητα: Η πατάτα είναι σίγουρα μια παρεξηγημένη τροφή από πολλούς από εμάς. Τη θεωρούμε μια τροφή ιδιαίτερα παχυντική και για αυτό είναι ίσως από τις πρώτες τροφές που μειώνουμε από το διαιτολόγιό μας όταν ακολουθούμε ένα αυτοσχέδιο πλάνο διατροφής, με στόχο την απώλεια του σωματικού μας βάρους. Και όμως η πατάτα είναι και τροφή πολύ χρήσιμη και ωφέλιμη γενικά για τη διατροφή μας αλλά και όταν θέλουμε να αδυνατίσουμε, αφού μας παρέχει πολύτιμη ενέργεια μέσα από σύνθετους υδατάνθρακες, χωρίς αντίστοιχη επιβάρυνση από λίπος, όταν βέβαια είναι στη βραστή ή ψητή τους μορφή. Αντίθετα όταν καταναλωθούν ως τηγανητές ή ακόμα χειρότερα σε μορφή τσιπς, τότε έχουμε υψηλότατη πρόσληψη θερμίδων όχι από την ίδια την πατάτα αλλά από το λάδι που το άμυλο έχει την ιδιότητα να “ρουφάει” σα σφουγγάρι.

Συμπέρασμα: εντάξτε την πατάτα στο διαιτολόγιό σας, αλλά πάντα μαγειρεμένη με υγιεινό τρόπο, ώστε να πάρετε ενέργεια και φυτικές ίνες από το χρήσιμο αυτό τρόφιμο.

Μύθος νο.7: “Η μαγιονέζα λάϊτ είναι διαιτητικό προϊόν”

Πραγματικότητα: Tα light προϊόντα δεν είναι πάντα συνώνυμα με τις ιδιότητες ενός διαιτητικού τροφίμου. Ιδιαίτερα όμως η μαγιονέζα με χαμηλά λιπαρά ή αλλιώς η μαγιονέζα light είναι ένα προϊόν που συχνά χρησιμοποιείται με λάθος τρόπο, και κυρίως εις βάρος της θερμιδικής μας πρόσληψης. Έτσι πρέπει να διευκρινιστεί ότι αυτές οι μαγιονέζες έχουν απλά λιγότερες θερμίδες και λιγότερο λίπος από το αυθεντικό (πλήρες) προϊόν. Έτσι ενώ ένα κουταλάκι (15 γρ) κανονικής μαγιονέζας δίνει περίπου 100 θερμίδες, με 10 γραμμάρια περίπου λίπος, η αντίστοιχη ποσότητα μαγιονέζας light δίνει 40 θερμίδες με 3 γραμμάρια λίπους.

Κάτι αντίστοιχο θα πρέπει να επισημάνουμε και για τα λεγόμενα λάϊτ τυριά που κυκλοφορούν πλέον στην αγορά. Ένα τυρί με χαμηλότερα λιπαρά από τα συνηθισμένα δεν είναι απαραίτητα και ένα χαμηλοθερμιδικό προϊόν, που μπορούμε να καταναλώνουμε ελεύθερα. Έτσι για τα τυριά πρέπει να επισημάνουμε ότι αν εξαιρέσουμε το τυρί τύπου κότατζ που έχει μόνο 4% λιπαρά και είναι όντως διαιτητικό προϊόν, όλα τα άλλα τυριά, λάϊτ και μη, απαιτούν προσοχή στην κατανάλωσή τους, ειδικά από άτομα με υψηλό σωματικό βάρος ή πρόβλημα λιπιδίων, αφού μας δίνουν αρκετές θερμίδες και χοληστερίνη.

Συμπέρασμα: Η χρήση της light εκδοχής της μαγιονέζας είναι σίγουρα μια καλή λύση όταν θέλουμε να προσθέσουμε λίγη μαγιονέζα στο σάντουιτς ή στην τονοσαλάτα μας. Αν όμως βάλουμε διπλάσια ή μεγαλύτερη ποσότητα στο φαγητό μας επειδή είναι “λάϊτ”, τότε θα καταφέρουμε το αντίθετο από αυτό που επιδιώκουμε. Το αντίστοιχο ισχύει και για τα τυριά με χαμηλότερα (και όχι χαμηλά πάντα) λιπαρά.

Μύθος νο.8: “Το χοιρινό κρέας είναι λιπαρό κρέας”

Πραγματικότητα: Όταν αναφερόμαστε στο χοιρινό κρέας, έχουμε συνήθως στο μυαλό μας ένα πολύ λιπαρό κομμάτι κρέας, γεμάτο ορατό πάχος και χοληστερίνη. Τελικά το κρέας αυτό δεν είναι αυτό που νομίζουμε αφού είναι ένα κρέας με αρκετά μεγάλη αναλογία πολυακόρεστων λιπαρών οξέων, πέρα από τα συνηθισμένα κορεσμένα λιπίδια του κρέατος, έχει το περισσότερο λίπος περιφερειακά του κρέατος (ορατό), που εύκολα αφαιρείται και τέλος υπάρχουν και κάποια κομμάτια όπως το ψαρονέφρι, το οποίο έχει περίπου 6 % λίπος (δηλαδή ίσως λιγότερο από το μπούτι του κοτόπουλου)!

Συμπέρασμα: την επόμενη φορά που θα καταναλώσετε κρέας δώστε μια δεύτερη ευκαιρία σε ένα άπαχο κομμάτι χοιρινού, το οποίο μαγειρεύεται με πολλούς τρόπους, είναι τρυφερό και μπορεί και να προστατέψει τη γραμμή σας.

Συντάκτης: Ειρήνη Μαθιουδάκη, Διδάκτωρ Βιοχημείας - Συγγραφέας

Influence:

Η Ειρήνη Μαθιουδάκη γεννήθηκε το 1992 στο Ηράκλειο Κρήτης. Αποφοίτησε από το τμήμα Χημείας Πανεπιστημίου Κρήτης το 2014…