Διαταραχή Ελλειματικής Προσοχής- Υπερκινητικότητα (ΔΕΠ-Υ): Ερωτήσεις και Απαντήσεις

Συντάκτης: Δήμητρα Πήττα, Εκπαιδευτικός & Επιστήμονας Ψυχικής Υγείας

Η ΔΕΠ-Υ αποτελεί μια χρόνια διαταραχή που δεν έχει ριζική θεραπεία. Η πρώιμη παρέμβαση και η ολοκληρωμένη διάγνωση στην παιδική ηλικία έχει ως αποτέλεσμα τη βελτίωση συμπτωμάτων, καθώς προσφέρει μια καλύτερη ποιότητα ζωής.

Ποια είναι η φύση των κοινωνικών σχέσεων των παιδιών με ΔΕΠ-Υ;

Όπως αναφέρθηκε στο πρώτο μέρος του άρθρου για τη ΔΕΠ-Υ, περίπου τα μισά από τα παιδιά που έχουν διαγνωστεί με τη διαταραχή αντιμετωπίζουν δυσκολίες με τους συνομηλίκους τους. Φαίνεται να είναι κοινωνικώς «ελλειμματικά» με σημαντικές δυσκολίες στην κοινωνική τους προσαρμογή.

Τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ παρουσιάζουν επίσης πολύ συχνότερα προβλήματα στον προσωπικό τομέα. Το γεγονός ότι δεν προσέχουν όταν οι άλλοι μιλούν & το ότι διακόπτουν τον συνομιλητή είναι που ουσιαστικά τα δυσκολεύει να δημιουργήσουν και να διατηρήσουν φιλίες. Είναι οι λόγοι που μπορεί να προκαλέσουν την απόρριψη των συνομιλήκων τους, καθώς αυτοί συμπεραίνουν πως το παιδί με ΔΕΠ-Υ δεν φέρεται δίκαια ή δεν είναι σε θέση να επικοινωνήσει σωστά μαζί τους. 

Έχουμε εντοπίσει τα αίτια της ΔΕΠ-Υ;

Οι επιστήμονες αναζητούν εδώ και δεκαετίες τα ακριβή αίτια της νόσου τα οποία ακόμα δεν έχουν προσδιοριστεί.  Θεωρείται πάντως πως η ΔΕΠ-Υ είναι αποτέλεσμα μιας περίπλοκης αλληλεπίδρασης μεταξύ βιολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων, δεδομένου ότι αυτή είναι νευροαναπτυξιακή διαταραχή η αιτιολογία της οποίας δε μπορεί ακόμα να κατανοηθεί πλήρως. Η ΔΕΠ-Υ λοιπόν, δεν αποδίδεται σε ένα μεμονωμένο παράγοντα (γονίδια ή γονική συμπεριφορά) αφού όπως φαίνεται μπορεί να προκληθεί από πληθώρα παραγόντων. 

Ποια είναι η κατάλληλη θεραπεία της νόσου;

Το είδος της θεραπείας που πρέπει να ακολουθηθεί εξαρτάται από τα συνοδά προβλήματα, τα συμπτώματα αλλά και το μέγεθος του ελλείμματος στη λειτουργικότητα του ατόμου.

Τα προγράμματα παρέμβασης που διατίθεται, εστιάζουν στη βελτίωση των συνθηκών στο πλαίσιο του σπιτιού, του σχολείου αλλά και των κοινωνικών συναναστροφών με τους συνομήλικους. 

Πιο αναλυτικά, οι παρεμβάσεις στο σπίτι και στο σχολείο βασίζονται στην προσέγγιση της ενίσχυσης. Αυτές περιλαμβάνουν ως επί το πλείστον την εκπαίδευση γονέων και συνομήλικων και την τροποποίηση των δραστηριοτήτων και του εκπαιδευτικού προγράμματος. Έχει παρατηρηθεί η μέγιστη σημασία και αναγκαιότητα της εκμάθησης με τη βοήθεια Η/Υ και η οπτική και όχι τόσο λεκτική παρουσίαση του εκπαιδευτικού υλικού.

Στην ιατρική αντιμετώπιση της νόσου ανήκουν 3 είδη φαρμάκων,  τα οποία φαίνεται πως αποτελούν την καταλληλότερη επιλογή/λύση για την αντιμετώπιση της ΔΕΠ-Υ (Abikoff, Gittelman-Klein & Klein, 1997). Η φαρμακευτική αγωγή εντούτοις, συνιστάται από τους ειδικούς και ΜΟΝΟ και ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση. 

Υπάρχουν εναλλακτικές θεραπευτικές προσεγγίσεις εκτός των «τετριμμένων»;

Αν και – όπως αναφέρθηκε και παραπάνω- η θεραπευτική αγωγή συχνά αποτελεί την καταλληλότερη θεραπευτική μέθοδο για την αντιμετώπιση της ΔΕΠ-Υ,ορισμένοι γονείς ή/και παιδιά, αρνούνται αυτό το είδος της θεραπείας ή διακόπτουν τη λήψη φαρμάκων λόγω παρενεργειών. 

Επιπλέον, ακριβώς επειδή η δράση αυτών των φαρμάκων είναι βραχυπρόθεσμη, πολλοί αναζητούν λύσεις με μακροπρόθεσμες και δια βίου αλλαγές οι οποίες μπορούν να επιτευχθούν μόνο με προγράμματα διαχείρισης της συμπεριφοράς. Για παράδειγμα, έχει φανεί σε έρευνες πως η φυσική δραστηριότητα (από απλό περπάτημα στο πάρκο μέχρι την ενασχόληση με κάποιο σπορ) μπορεί να διεγείρει το ίδιο τμήμα του εγκεφάλου στο οποίο στοχεύουν και τα διεγερτικά φάρμακα.

Συνοψίζοντας, η ΔΕΠ-Υ αποτελεί μια χρόνια διαταραχή που δεν έχει ριζική θεραπεία. Όσο νωρίτερα, όμως, αναγνωρίσουμε την παρουσία της και ανταποκριθούμε κατάλληλα σε αυτή, τόσο το καλύτερο. Η πρώιμη παρέμβαση και η ολοκληρωμένη διάγνωση στην παιδική ηλικία έχει ως αποτέλεσμα τη βελτίωση συμπτωμάτων, καθώς προσφέρει μια καλύτερη ποιότητα ζωής.

Βιβλιογραφία

1. American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders. 4th edition. Washington, DC: APA.

  1. Barkley, R. A. (2006). Attention-deficit hyperactivity disorder : A handbook for diagnosis and treatment (3rd ed.). New York: Guilford.
  2. Hinshaw, S. P. (2002). Preadolescent girls with attention-deficit/hyperactivity disorder: Background characteristics, comorbidity, cognitive and social functioning, and parenting practices. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 70: 1086-1098.
  3. Palili, A., Kolaitis, G., et al. (2011). Inattention, Hyperactivity, Impulsivity- Epidemiology and Correlations: A Nationwide Greek Study From birth to 18 Years. J. Child Neurol, 2011, 26: 199-204.

   5.Linda Wilmshurst (2017) Αναπτυξιακή Ψυχοπαθολογία, 298-334

   6.Κάκουρος, Ε. & Μανιαδάκη, Κ. (2012) Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής- Υπερκινητικότητα: Θεωρητικές Προσεγγίσεις και θεραπευτική Αντιμετώπιση,         Αθήνα: Gutenberg.

  1. Willcutt, E.G. & Pennington, B.F.(2000) Comorbidity of reading disability and attention-defivit/hyperactivity disorder: differences by gender and subtype. Journal of Learning Disabilities. 33, p.179-191.

Συντάκτης: Δήμητρα Πήττα, Εκπαιδευτικός & Επιστήμονας Ψυχικής Υγείας

Influence:

Είμαι απόφοιτος της Λεοντείου Σχολής Νέας Σμύρνης και Αριστούχος του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης Αθηνών…