Χιλιάδες μαθητές άνω των 3 ετών θα παρακολουθούν σύντομα μαθήματα με θέμα «Τη διαχείριση ενός θανάτου»… σε 550 δημοτικά σχολεία …
Διαχείριση της απώλειας στα παιδιά (Μέρος 1ο)
Οι απώλειες συνεπάγονται αλλαγές δύσκολα διαχειρίσιμες. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τα παιδιά, που βιώνουν διαφορετικά την απώλεια σε κάθε ηλικία.
Η εμπειρία της απώλειας είναι αναπόσπαστο μέρος της ζωής μας. Όταν αναφερόμαστε στην απώλεια, δεν εννοούμε μόνο τον θάνατο αγαπημένων μας προσώπων αλλά και την εγκατάλειψη, την απώλεια της υγείας μας, ακόμη και της εργασίας μας. Οποιαδήποτε αλλαγή κάνουμε στη ζωή μας προϋποθέτει απώλειες, και αντιστοίχως αυτές συνοδεύονται από θλίψη. Οι απώλειες είναι πάντοτε επώδυνες και ο τρόπος με τον οποίο τις διαχειριζόμαστε συμβάλλει με τη σειρά του στην προσωπική μας ανάπτυξη και αυτογνωσία.
Κάποια από τα εύλογα ερωτήματα που έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς είναι το κατά πόσο τα παιδιά διαθέτουν εκείνον τον ψυχικό μηχανισμό, για να αντιληφθούν την απώλεια ενός σημαντικού προσώπου. Μπορούν να διαχειριστούν αποτελεσματικά την απώλεια ή την αρνούνται παντελώς;
Πολλοί γονείς έχουν την εσφαλμένη άποψη ότι τα παιδιά δεν βιώνουν την απώλεια και, επομένως, δεν περνούν από τη διεργασία του πένθους και του θρήνου, κατά συνέπεια δεν υπάρχει κανένας λόγος να μιλάμε στα παιδιά για τον θάνατο ή για άλλες μορφές απώλειας. Όμως, παρ’ όλο που τα παιδιά δεν βιώνουν τον θάνατο άμεσα ή άλλες απώλειες τόσο συχνά, όπως τα παιδιά προηγούμενων εποχών, ο θάνατος και η απώλεια, με την ευρύτερη της έννοια, αποτελούν οικείο μέρος της ζωής τους, καθώς τον συναντάνε στα παραμύθια τους, στην τηλεόραση, στα ηλεκτρονικά παιχνίδια, στα τραγούδια που ακούν, ακόμη και στο χιούμορ που χρησιμοποιούν μεταξύ τους.
Ένα βρέφος, για παράδειγμα, μπορεί να μη συνειδητοποιεί την απώλεια καθ’ εαυτήν, αλλά παρουσιάζει έντονη ανησυχία στον αποχωρισμό από τη μητέρα του. Έχει, επίσης, την ικανότητα να διαισθανθεί τη θλίψη των γύρω του. Ψυχαναλυτές υποστήριξαν ότι η πρώτη απώλεια που βιώνει ένα παιδί συμπίπτει με τη φάση του απογαλακτισμού, οπότε βιώνει θλίψη, γιατί χάνεται η αποκλειστική σχέση που έχει με τη μητέρα του κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Το παιδί, για να καταφέρει να διαχειριστεί αυτήν την απώλεια, εσωτερικεύει την εικόνα της μητέρας του, της μυρωδιάς της και της αγάπης της προς αυτό, ώστε να καταφέρει να αποδεχτεί τις συχνές της απουσίες.
Επομένως, τα παιδιά πενθούν, νιώθουν την έλλειψη, την οργή και την ακατανίκητη επιθυμία να κλάψουν στο γεγονός μιας απώλειας, όπως και οι ενήλικοι. Στην παιδική ηλικία ακόμη και η απώλεια ενός παιχνιδιού είναι δυνατό να προκαλέσει τόση θλίψη στο παιδί όση και η απώλεια ενός συγγενικού προσώπου.
Τι πρέπει να γνωρίζουν οι ενήλικες για ένα παιδί που βιώνει απώλεια και πένθος;
Δε χρειάζεται να είμαστε ειδικοί, για να βοηθήσουμε το παιδί μας να διαχειριστεί την απώλεια. Ας μην ξεχνάμε ότι ακόμα και αν αυτή είναι η πρώτη απώλεια που βιώνει το παιδί μας, εμείς, ως ενήλικες, σίγουρα στο πρόσφατο παρελθόν μας διαχειριστήκαμε ποικίλες απώλειες (λόγω είτε θανάτου είτε αλλαγής σπιτιού/μετακόμισης είτε αλλαγής εργασίας είτε διαζυγίου κ.λπ.) και αποκτήσαμε με τον πιο δύσκολο τρόπο σοφία και γνώση ως προς τη διαχείρισή τους. Αυτή λοιπόν τη σοφία και γνώση καλούμαστε να μοιραστούμε με τα παιδιά μας, για να καταφέρουν και αυτά με τη σειρά τους να διαχειριστούν την απώλεια και να έχουν έναν όσο το δυνατόν πιο φυσιολογικό θρήνο.
Ένα παιδί που πενθεί χρειάζεται να αισθάνεται ότι ο κόσμος που το περιβάλλει είναι ασφαλής και ότι η ζωή εξακολουθεί να είναι όμορφη, ακόμα και όταν η καρδιά μας “ραγίζει” εξαιτίας της απώλειας. Μπορούμε να του εξηγήσουμε ότι είναι πολύ φυσιολογικό να αισθάνεται πόνο και θλίψη εξαιτίας αυτής της απώλειας και να το διαβεβαιώσουμε ότι το ίδιο είναι ασφαλές, ότι το αγαπάμε και ότι πάντα θα το φροντίζουμε.
Είναι, επίσης, σημαντικό να το ενθαρρύνουμε να εκφράσει τη λύπη του και όποιο άλλο συναίσθημα ή αναμνήσεις θέλει να μοιραστεί μαζί μας. Το παιδί έχει την ανάγκη να εκφράσει τους φόβους του και τις αμφιβολίες του για το γεγονός. Αν αυτό δεν συμβεί, τότε υπάρχει η πιθανότητα οι φόβοι του να μεγιστοποιηθούν και η πραγματικότητά του να αντικατασταθεί από τη φαντασία. Πολλές φορές τα παιδιά αντιδρούν στην απώλεια με ποικίλους τρόπους, είτε παλινδρομώντας σε συμπεριφορές μικρότερης ηλικίας (ενούρηση, βυζαίνοντας το δάχτυλο κ.ά.) είτε παρουσιάζοντας ευερεθιστότητα, θυμό και επιθετικότητα. Αυτές οι συμπεριφορές, αν και προκαλούν αναστάτωση στους γονείς, εντούτοις θεωρούνται φυσιολογικές αντιδράσεις.
Τι είναι ο εγωκεντρισμός του παιδιού και πώς συνδέεται με την απώλεια; Πώς πρέπει να αντιδράσουν οι γονείς;
Ο εγωκεντρισμός των παιδιών στην προσχολική και στα πρώτα χρόνια της σχολικής ηλικίας είναι πολύ έντονος και πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη σημασία σε αυτόν, στις περιπτώσεις που τα παιδιά βιώνουν μια απώλεια. Το παιδί αποκτά την ικανότητα του συμβολισμού, με αποτέλεσμα να δημιουργεί πολύ συγκεκριμένες νοητικές αναπαραστάσεις για τον κόσμο. Επίσης, τα παιδιά έχουν την ικανότητα να αντιληφθούν πως κάτι πρέπει να προκάλεσε αυτό που συμβαίνει τώρα.
Την ίδια στιγμή, δύο άλλα χαρακτηριστικά, ο ανιμισμός, η τάση του παιδιού να δίνει ζωή σε ό,τι κινείται, και ο εγωκεντρισμός, η δυσκολία του να κατανοήσει πως οι άλλοι δεν σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο με εκείνο, οδηγούν πολλές φορές το παιδί στο συμπέρασμα ότι φταίει το ίδιο για κάτι που συμβαίνει στη ζωή του και, επομένως, στην περίπτωση απώλειας λόγω θανάτου δημιουργεί την πεποίθηση ότι ο θάνατος είναι εξωγενής, ως αποτέλεσμα δικού του σφάλματος, αμέλειας ή παράλειψης. Το παιδί, δηλαδή, θεωρεί τον εαυτό του υπαίτιο για την απώλεια που βιώνει και προσπαθεί να κρύψει την ενοχή του.
Επομένως, είναι πολύ σημαντικό οι γονείς να διαβεβαιώσουν το παιδί ότι η απώλεια δεν συνέβη εξαιτίας του. Για παράδειγμα, τα παιδιά μπορεί να θεωρήσουν ότι η μαμά τους αρρώστησε, επειδή αυτά κάνουν συνέχεια αταξίες και δεν την ακούν ή, στην περίπτωση που ο ένας εκ των δυο γονιών απολύεται από τη δουλειά, μπορεί να θεωρήσουν ότι αυτό συνέβη εξαιτίας τους, επειδή κάθε πρωί αργούσαν να ξυπνήσουν και ο γονιός τους δεν πήγαινε ποτέ στην ώρα του στο γραφείο. Ακόμα και στην περίπτωση που αυτό μπορεί να έχει κάποια δόση αλήθειας, το παιδί δεν πρέπει ποτέ να ενοχοποιείται σε περιπτώσεις απώλειας.
Τι ρόλο διαδραματίζει η ηλικία στον τρόπο που τα παιδιά επεξεργάζονται την απώλεια;
Βρεφική ηλικία
Το βρέφος αντιλαμβάνεται την απώλεια ως διάλυση της σχέσης του με το πρόσωπο που του παρέχει φροντίδα και τρυφερότητα. Μια αναστατωμένη, αγχωμένη και θλιμμένη μητέρα είναι πολύ πιθανό άθελά της να φροντίζει το βρέφος μηχανικά ή ακόμα και να το παραμελεί. Το βρέφος αντιδρά σε αυτήν την απώλεια με διαταραχές στον ύπνο του, μεταβολές στην όρεξή του, υπερβολική αναζήτηση επαφής ή και το αντίθετο, ευερεθιστότητα, ακόμα και συναισθηματική απομάκρυνση.
Νηπιακή ηλικία (3-6 ετών)
Η απώλεια δεν εκλαμβάνεται ως κάτι μη αναστρέψιμο. Ο θάνατος ενός κατοικιδίου, η αλλαγή σπιτιού, σχολείου, γειτονιάς, η απώλεια της υγείας δεν θεωρούνται από το παιδί νηπιακής ηλικίας ως τετελεσμένα γεγονότα. Επίσης, το παιδί θεωρεί το θάνατο ως έναν παρατεταμένο ύπνο και ότι ο νεκρός εκεί που βρίσκεται συνεχίζει να έχει τις ίδιες ανάγκες με τους ζωντανούς (φαγητό και ύπνο). Πιστεύει ότι, με τον ίδιο τρόπο που συμβαίνουν οι ρουτίνες στην καθημερινότητά του, με τον ίδιο τρόπο θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν και αυτά τα οποία έχασε .Για παράδειγμα, η γιαγιά που απεβίωσε, θα επιστρέψει. Οι αντιδράσεις των παιδιών αυτής της ηλικίας στο πένθος είναι: λύπη, η οποία όμως δεν καταργεί το παιχνίδι και το γέλιο, υπερκινητικότητα, η οποία εναλλάσσεται με περιόδους κατάπτωσης, εγωκεντρισμός και ενοχή, διαταραχές στον βραδινό ύπνο, φόβος για το σκοτάδι, φόβος αποχωρισμού από αγαπημένα πρόσωπα ή φόβος για άλλες απώλειες, εκρήξεις θυμού. Μπορεί ακόμη και να λέει ότι βλέπει φαντάσματα ή μιλά στον νεκρό.
Σχολική ηλικία
7-9 ετών
Τα παιδιά συνειδητοποιούν ότι αυτό που συνέβη είναι μη αναστρέψιμο και αποδέχονται το γεγονός της απώλειας. Στις περιπτώσεις απώλειας εξαιτίας θανάτου, τα παιδιά αρχίζουν στην ηλικία των 8-9 ετών να συνειδητοποιούν ότι και τα ίδια θα πεθάνουν και αρχίζουν να φοβούνται τον θάνατο τόσο για τα ίδια όσο και για τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Απέναντι στην απώλεια, τα παιδιά αυτής της ηλικίας παρουσιάζουν τις εξής αντιδράσεις: άρνηση του γεγονότος ή προκλητικές και αντιδραστικές συμπεριφορές, πίσω από τις οποίες κρύβουν τον πόνο τους. Μπορεί, επίσης, να κρύψουν τα συναισθήματά τους, εξαιτίας του ότι οι ενήλικοι του περιβάλλοντός τους συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο. Είναι δυνατό να αισθανθούν ακόμα και ενοχές, γιατί θεωρούν ότι δεν έκαναν όλα όσα έπρεπε, για να αποτρέψουν αυτήν την εξέλιξη.
9-12 ετών
Εκλογικεύουν σε μεγάλο βαθμό ένα γεγονός απώλειας, θεωρώντας ότι έτσι έπρεπε να γίνει. Ενώ αυτή η εκλογίκευση είναι μια φυσιολογική αντίδραση στην απώλεια, είναι θεμιτό οι γονείς να ενθαρρύνουν τα παιδιά τους να εκφράσουν τα συναισθήματα που βιώνουν εξαιτίας της. Η συνεχόμενη εκλογίκευση μιας απώλειας, καθώς και η συνεχόμενη χρήση διαφορετικών μηχανισμών άμυνας (όπως της άρνησης) είναι ανησυχητικό φαινόμενο.
12 ετών και άνω
Τα παιδιά στην προσπάθειά τους να κρύψουν αυτά που αισθάνονται έχουν την τάση να δείχνουν ψυχραιμία στο γεγονός μιας απώλειας. Πολλές φορές χρησιμοποιούν μηχανισμούς άμυνας όπως την άρνηση. Επίσης, σε αυτές τις ηλικίες, επειδή είναι και η απαρχή της εφηβείας, τα παιδιά μπορεί να παρουσιάσουν αντιδράσεις έντονου θυμού, εξέγερσης, καθώς και πιθανή εναντίωση στις νεκρικές τελετές. Υπάρχει ακόμα αυξημένη πιθανότητα να κάνουν χρήση διαφόρων ουσιών (ναρκωτικά, αλκοόλ). Στην εφηβεία ξεκινούν και οι αναζητήσεις για το νόημα της ζωής, του θανάτου, της αδικίας που περιλαμβάνει μια απώλεια. Οι έφηβοι δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον θάνατο, ψάχνοντας απαντήσεις στην παραψυχολογία και τη φιλοσοφία. Ακόμα και η μουσική που ακούν και οι ταινίες που επιλέγουν έχουν ως κεντρικό θέμα την απώλεια.




























