Η νέα χρονιά ήδη ξεκίνησε και πέρασε ο πάταγος της Πρωτοχρονιάς. Την Πρωτοχρονιά όλοι θυμόμαστε να γιορτάσουμε το νέο έτος …
«Δεν φταίω εγώ που μεγαλώνω» …δήλωνε χιουμοριστικά η Ρίκα Βαγιάννη
Τρία χρόνια πριν, η δημοσιογράφος Ρίκα Βαγιάννη είχε γράψει ένα κείμενο για το «γήρας» με τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Δεν φταίω εγώ που μεγαλώνω». Ένα χιουμοριστικό κείμενο, που μας θυμίζει ότι όλοι μας μεγαλώνουμε και ο χρόνος κυλάει τόσο γρήγορα, χωρίς καλά καλά να το πάρουμε «χαμπάρι».
Το διάβασα τώρα με το θάνατό της και με συγκίνησε πολύ. Θυμήθηκα λοιπόν ότι στην αρχή του 2018 είχα γράψει κι εγώ ένα άρθρο για αντίστοιχο θέμα, με τίτλο «Ευτυχώς μεγαλώνω». Το άρθρο δεν ήταν χιουμοριστικό, ήταν σίγουρα αισιόδοξο και θετικό για το πόσο σημαντικό είναι να μεγαλώνουμε. Θα πρέπει να το θυμόμαστε, να το αναγνωρίζουμε και γιατί όχι… να το πανηγυρίζουμε!
Αντίστοιχα θετικό και αισιόδοξο είναι και το κείμενο της Βαγιάννη, με το δικό της υπέροχο στυλ. Περνάει ένα ξεκάθαρα αισιόδοξο μήνυμα προς τις γυναίκες μέσης ηλικίας για να απολαύσουν στο φουλ όλα τα προνόμια που τους χαρίζει η εποχή μας. Γιατί πραγματικά οι σημερινές εξηντάρες είναι μάχιμες σε όλα τα επίπεδα και αυτό είναι μια κατάκτηση της εποχής μας.
Ως ένδειξη τιμής για την απώλεια της ταλαντούχας Ρίκας Βαγιάννη, αναδημοσιεύουμε το κείμενό της αυτούσιο, όπως δημοσιεύτηκε στο Protagon. Απολαύστε την ευφράδεια, το χιούμορ και τον χαλαρό τρόπο σκέψης της. Ακόμα και τον πρόωρο θάνατο σατίριζε… Ειρωνεία της τύχης, ότι συνέβη στην ίδια.
«Στο τραπέζι των αρραβώνων του Λ. και της Λ., κάναμε γλέντι τρικούβερτο. Οι άνθρωποι δεν αρραβωνιάζονται πια, τουλάχιστον όχι με τέτοια φασαρία και ντελαμπόνγκο και ντελαμπόνγκο, αλλά έτσι ήθελαν ο Λ. και η Λ. Έτσι κι έγινε.
Μπήκαμε στο μαγαζί στις εννέα το βράδι νέοι, κεφάτοι κι ανέμελοι και βγήκαμε στις τέσσερις το πρωί, ως επίσημα… «Χαρούμενα Γηρατειά».
Ήταν ο πρώτος αρραβώνας-γάμος που γλεντήσαμε, στη ζωή μας, όχι ως φίλοι του γαμπρού και της νύφης, αλλά ως φίλοι των πεθερικών. Τόσο ανυποψίαστοι, που δεν το είχαμε καν συνειδητοποιήσει.
Μόνο έπειτα από κάνα δυο ωρίτσες, όταν οι (σκάρτοι) τριαντάρηδες άρχισαν να σχηματίζουν τα δικά τους πηγαδάκια, μας χτύπησε κατακούτελα η πραγματικότητα. Είμαστε με τους γέρους! Τι «με», δηλαδή.
Είμαστε οι γέροι! Όποια δικαιολογία κι αν ψελλίζαμε στον εαυτό μας, η πραγματικότητα δεν άλλαζε. Γινόταν γάμος – και δεν είμαστε εκείνοι που παντρεύονταν, ούτε οι φίλοι τους, αλλά… οι γονείς τους.
Κοίταξα τον εαυτό μου από το λαιμό και κάτω. Ντόινγκ! Να θυμηθώ στους επόμενους αρραβώνες παιδιών φίλου να φορέσω κάτι που δεν παραπέμπει σε πρώτο ραντεβού για σινεμά με καινούριο φλερτ, το 1986. Ουδεμία επίγνωση ματάκια μου γλυκά. Πού να μου κόψει;
Έπρεπε να το είχα υποψιαστεί όταν άρχισα να μαζεύω χαρτιά και να συμπληρώνω αιτήσεις για επικείμενη συνταξιοδότηση «λόγω γήρατος».
Το αγνόησα, αφού στην Ελλάδα τα χαρτιά δεν εννοούν αυτό που γράφουν. Έπρεπε να έχω μυριστεί έστω, κάτι, όταν αυξήθηκε αφύσικα ο αριθμός των ανθρώπων που μου μιλάνε με το «σεις» και με το «σας».
«Κυρία Βαγιάννη να πάρω το παλτό σας»; «Κυρία Βαγιάννη, θα πιείτε έναν καφέ;» Η αυταπάτη του μοσχαριού ακλόνητη: Νόμιζα πως όλοι αυτοί που με κέρωναν και με λιβάνιζαν είχαν απλώς, αποκτήσει αιφνιδίως, καλή ανατροφή.
Οι άνθρωποι -και πιο συγκεκριμένα οι γυναίκες- δεν καταλαβαίνουμε ότι γερνάμε, κοιτάζοντας τον εαυτό μας στον καθρέφτη. Το άγχος της φθοράς μας κατατρέχει από τα είκοσι μας χρόνια. Όλη μας τη ζωή μετά την εφηβεία την περνάμε λαχταρώντας είμαστε πιο αδύνατες, πιο ωραίες, πιο φρέσκιες, πιο σέξι.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ



























