Βασίλης Τσιτσάνης: Ο Πατριάρχης του λαϊκού τραγουδιού

Συντάκτης: Δανάη Λιάκου

Βασίλης Τσιτσάνης: Ο Πατριάρχης του λαϊκού τραγουδιού«Ο Τσιτσάνης σφραγίζει με το έργο του βαθιά και τελειωτικά την εποχή μας. Αυτό το παιδί που έφυγε από τα Τρίκαλα μετούσιωσε την πεμπτουσία της μουσικής μας παράδοσης και μας τη ξαναέδωσε σε νέες, απλές και τέλειες μουσικές φόρμες.». Ήταν Αύγουστος του 1983, όταν σε συναυλία προς τιμήν του Τσιτσάνη στη Νίκαια, ο σπουδαίος Μίκης Θεοδωράκης είπε αυτά τα λόγια για εκείνον αποκαλώντας τον στο τέλος δάσκαλο όλων των μουσικών και ποιητών. Η συγκίνηση του Τσιτσάνη ήταν μεγάλη και ολοφάνερη κλείνοντας μέσα της την καθαρότητα και την ταπεινότητα που χαρακτήριζαν την ψυχή του. Η αρχή της δεκαετίας του ’40 ήταν ο ουρανός που ανέτειλε ο ήλιος της μουσικής δημιουργίας του Τσιτσάνη λειτουργώντας σαν αντίδοτο στα βάσανα και τις κακουχίες του ελληνικού λαού που στέναζε κάτω από το βάρος της κατοχής και αργότερα του εμφυλίου και της χούντας.

Καθοριστικά παιδικά και εφηβικά βιώματα

Ο Βασίλης Τσιτσάνης γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 1915, στα Τρίκαλα. Οι γονείς του ήταν Ηπειρώτες. Ο πατέρας του ήταν τσαρουχάς και πολύ μερακλής άνθρωπος. Οι πρώτες νότες που γαργάλησαν τ’ αυτί του ήταν τα κλέφτικα τραγούδια που του έπαιζε, με μια ιταλική μάντολα καθώς και δημοτικά. Από μικρός είχε μεγάλο θαυμασμό για το Μάρκο Βαμβακάρη και τα ρεμπέτικα τραγούδια του. Σε μια οικογένεια που είχε 14 παιδιά, αλλά επέζησαν μόνο τα 4 μεταξύ των οποίων και ο Τσιτσάνης, ο πατέρας φεύγει πολύ νωρίς από τη ζωή. Του στοιχίζει πολύ στερώντας του έντονα το χαμόγελο και χαράσσοντας μια λανθάνουσα θλίψη στο πρόσωπό του που δεν του έφυγε ποτέ όσο ζούσε.

Βασίλης Τσιτσάνης: Ο Πατριάρχης του λαϊκού τραγουδιούΤότε, η μάντολα γίνεται το πρωτό μουσικό του αλφαβητάρι, για να ξεκινήσει λίγο αργότερα μαθήματα στο βιολί, μαθαίνοντας μέσα σε 2 μήνες απίστευτα πράγματα. Παρ΄όλα αυτα, το μπουζούκι τον φλερτάρει επίμονα προκαλώντας τον να το πιάσει στα χέρια του. Τελειώνει το γυμνάσιο εκεί και στα 15 του χρόνια γράφει τα πρώτα του τραγούδια. Ήταν φανερό πώς το μπουζούκι τον είχε πλανέψει για τα καλά. Δουλεύει περιστασιακά σε ταβέρνες της περιοχής για να κερδίσει χρήματα, αντιμετωπίζοντας όμως συχνά σκληρές συμπεριφορές που τον πικραίνουν. Την εποχή αυτη γράφει την «Καλαμπακιώτισσα», ήταν η Κούλα μια κοπέλα από την Καλαμπάκα που είχε ερωτευτεί. Το 1936 έρχεται στην Αθήνα με σκοπό να σπουδάσει νομική.

Όταν η δημιουργία άνθησε

Ερχόμενος στην πρωτεύουσα γνωρίζει τον τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο, ο οποίος του ανοίγει την πόρτα στο δισκογραφικό σπίτι και ηχογραφούν την «Σιγά καλέ μου, την άμαξα» και «Μπουκάραν μάγκες στον τεκέ» με τη φωνή της Γεωργίας Μιττάκη. Το 1938 κατατάσσεται στο στρατό στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, γράφει τα περισσότερα τραγούδια του. Σεμνός, ήσυχος αλλά απολύτως «καψουρεμένος» με τη μουσική, ένα βράδυ ενώ έχει σκοπιά, φεύγει κρυφά από το στρατόπεδο, για να ηχογραφήσει στην Αθήνα το βιωματικό τραγούδι «Ο ασυρματιστής» περιγράφοντας ακριβώς την κατάστασή του ως φαντάρος. Τότε, γράφει και την «Αρχόντισσα», για την ιστορία ενός φίλου του που ερωτεύεται την αριστοκράτισσα Ελίζα, η οποία σκοτώνεται από τους Γερμανούς.

Βασίλης Τσιτσάνης: Ο Πατριάρχης του λαϊκού τραγουδιούΜέχρι και το 1940, οπότε και απολύεται, ηχογραφεί γύρω στα 110 τραγούδια. Η δικτατορία του Μεταξά αποτελεί βραχνά της καλλιτεχνικής του ελευθερίας περιορίζοντάς τον κατά πολύ στην ερωτική θεματολογία. Γνωρίζει τη γυναίκα του Ζωή Σαμαρά. Παντρεύονται και στη διάρκεια της κατοχής μένουν στη Θεσσαλονίκη. Εδώ, παλεύει να επιβιώσει κυριολεκτικά, παίζοντας οπουδήποτε για να βγάλει χρήματα. Κάποια στιγμή ανοίγει μαζί με κάποιο φίλο του το θρυλικό «Ουζερί του Τσιτσάνη». Από εδώ και έπειτα γράφει κορυφαία τραγούδια που περνούν στην αθανασία του ελληνικού πενταγράμμου.

Τα τραγούδια του γίνονται επιτυχίες πριν την επίσημη γραμμοφώνησή τους με τη βοήθεια των πλανόδιων μουσικών που «αλητεύουν» και τα μεταφέρουν ατόφια στην Αθήνα. Αργότερα, έρχεται μόνιμα πια στην πρωτεύουσα, πάντα σημαδεύοντας το τραγούδι με υπέροχες συνθετικές και στιχουργικές στιγμές. Συνεργάζεται με σπουδαίους ερμηνευτές της εποχής όπως οι Μαρίκα Νίνου, Σωτηρία Μπέλλου, Πρόδρομος Τσαουσάκης, Καζαντίδης, Μπιθικώτσης, Γαβαλάς και πολλοί άλλοι, αλλά και νεότεροι όπως ο Νταλάρας, η Γαλάνη.

«Παίξε Τσιτσάνη μου το μπουζουκάκι, ρίξε μου μια γλυκιά πενιά…»

Βασίλης Τσιτσάνης: Ο Πατριάρχης του λαϊκού τραγουδιούΟ Τσιτσάνης έχει ως καλλιτεχνική αφετηρία την ανάγκη του να καταγράψει και ίσως έτσι να ξορκίσει την αγριότητα μιας εποχής στιγματισμένης από τη μυρωδιά του θανάτου, την εξαθλίωση της φτώχειας, την καταπίεση του ξένου εισβολέα και τον εμφύλιο σπαραγμό ενός λαού που παλεύει να σταθεί όρθιος απέναντι στο ανελέητο γερμανικό καθεστώς. Γράφει δυνατά τραγούδια με όλο τον πόνο που μεταμορφώνεται σε δύναμη «Μα εγώ δεν ζω γονατιστός, είμαι της γερακίνας γιος», με τον καημό της μάνας που κοιμάται και ξυπνάει με την έννοια του παιδιού της που ναι μακρυά, «Κάποια μάνα αναστενάζει» και «..μη κλαις μανούλα μου, μη κλαις και κλαίει κι ο Γεντί Κουλές..» και τη νοσταλγία του παιδιού που λαχταράει την τρυφερή αγκαλιά της μάνας «Σαν απόκληρος γυρίζω».

Οι εικόνες που βλέπει και οι ιστορίες που ακούει ή βιώνει ο ίδιος αποτυπώνονται στη μνήμη του και αποτελούν έμπνευση για απίστευτα τραγούδια. Ένα χειμωνιάτικο χάραμα γυρνώντας από την ταβέρνα όπου έπαιζε αντικρύζει ακριβώς έξω από το σπίτι ένα παλικάρι με τα μάτια του ακόμα ανοιχτά να αργοπεθαίνει με το αίμα του ζεστό ακόμα πάνω στο χιόνι. Ήταν η αφορμή για την εκπληκτική «Συννεφιασμένη Κυριακή». Ένα πολιτικό τραγούδι που δείχνει την ευφυία του είναι το «Μην απελπίζεσαι.». Εδώ, σ’ ένα εκ πρώτης όψεως ερωτικό τραγούδι, κρύβει την κρυφή του ελπίδα για αποδέσμευση από την καταδυνάστευση όσων καπηλεύονται την εξουσία του τόπου και βασανίζουν το λαό.

Είναι ιδιαίτερα αγαπητός στο γυναικείο φύλο ενώ η παρουσία του προκαλεί μεγάλους έρωτες και αγάπες. Αντίστοιχα κι ο ίδιος τρέφει λατρεία για τη γυναικεία φύση άλλοτε υμνώντας την για τη λάγνα ομορφιά της, κι άλλοτε παραπονούμενος για τα γυναικεία τερτίπια της «Αχάριστης» και το επικίνδυνο γλυκό φιλί της μπαμπέσας. Κάθεται στα σκαλοπάτια της και την περιμένει να βγει για να της τραγουδήσει «Μαύρα μου μάτια εγώ για σας, έκλαψα και θα κλάψω και τ’ άσπρο μου πουκάμισο
στα μαύρα θα το βάψω..».

Βασίλης Τσιτσάνης: Ο Πατριάρχης του λαϊκού τραγουδιούΗ προσφορά του στο λαϊκό μουσικό τοπίο

Έγραψε τεράστιο αριθμό αριστουργηματικών τραγουδιών υπηρετώντας πιστά τη λαϊκή παράδοση τοποθετώντας στο φως τους μοναχικούς, τους άτολμους, τους προδομένους, τους «εργάτες» της ζωής. Ο Μάνος Λοϊζος είχε πει για εκείνον: « Ο Τσιτσάνης είναι το μεγάλο κομμάτι της λαϊκής μας μουσικής μετά το Βαμβακάρη και ένα μεγάλο μέρος από το νεοελληνικό μας πολιτισμό οφείλεται σ΄αυτόν.». Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος τον έχει χαρακτηρίσει ως εξής: «Είναι ο συνθέτης που πήρε το λαϊκό τραγούδι από τους τεκέδες και το έκανε τραγούδι πανελλήνιο, ερωτικό, κοινωνικό, γεμάτο χυμούς.»

Τον ένωνε μια φιλική σχέση με τον αείμνηστο Ανδρέα Παπαδρέου, ο οποίος τον επισκεπτόταν στα μαγαζιά που τραγουδούσε και χόρευε πάντα το αγαπημένο του ζεϊμπέκικο. Βέβαια, κρατούσε πάντα τις αποστάσεις του από την πολιτική και μάλιστα κάποτε αρνήθηκε πρόταση από τον ίδιο τον Παπανδρέου να μπει στο κόμμα. Ο Τσιτσάνης ήταν άνθρωπος καθαρός, λίρα εκατό. Ποτέ δεν εκμεταλλεύτηκε τις γνωριμίες του για ιδιοτελείς σκοπούς. Μάλιστα, παρά την κουμπαριά που είχε με τον αδέκαστο διοικητή της Ασφάλειας Νίκο Μουσχουντή, είχε κι ο ίδιος περάσει από την κρησάρα της λογοκρισίας στα τραγούδια του.

Βασίλης Τσιτσάνης: Ο Πατριάρχης του λαϊκού τραγουδιούΥπήρξε άνθρωπος χαμηλών τόνων αλλά απολύτως προσεγγίσιμος κερδίζοντας την καθολική εκτίμηση και το σεβασμό τόσο των ομότεχνών του όσο και του κόσμου. Είχαν σημειωθεί αξέχαστες βραδιές με τον Χατζιδάκι, τον Παναγούλη και τον Τσαρούχη στο ιστορικό Χάραμα. Δεν είχε καθόλου έπαρση, είχε όμως το αίσθημα της τελειοποίησης και της ευλαβικής προσήλωσης στη μουσική. Ο ίδιος είχε πει : «Το είχα βαθιά στη ψυχή μου, ότι, αν δεν γίνω μεγάλος, θα εγκαταλείψω γρήγορα. Δεν ήθελα τη μέση κατάσταση. Αν δεν ήμουνα αυτό, θα ήμουν κάτι άλλο εκτός από μουσικός.». Το τραγούδι ήταν ο καθρέφτης της έκφρασης της ψυχής του και απόσταγμα της ίδιας της ζωής του. Το κρυφό του μεράκι, όταν ολοκλήρωνε τραγούδια, ήταν να τα αγκαλιάσει ο κόσμος, να τα βάλει μέσα στην καρδιά του.

Όταν ο Τσιτσάνης φτερούγισε μακρυά μας…

Στις 18 Ιανουαρίου 1984 ο Βασίλης Τσιτσάνης συμπληρώνει το 69ο έτος της ηλικίας του. Κάποιες επιπλοκές σε εγχείρηση στους πνεύμονες είναι η αιτία για να αφήσει την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο Brompton του Λονδίνου. Ο χαμός του προκάλεσε καθολική συγκίνηση, με το Γρηγόρη Μπιθικώτση να στέκεται σκοτεινιασμένος στην κηδεία του και να σιγοψιθυρίζει στο Λευτέρη Παπαδόπουλο: «Ο Χάρος άρχισε να καλεί και την κλάση μας…».

Μέχρι τελευταία στιγμή εμφανίζεται στο Χάραμα ηχογραφώντας το 1980 διπλό δίσκο από τις εμφανίσεις του εκεί. Ένα χρόνο μετά το θάνατό του ο δίσκος αυτός φτάνει στη Γαλλία και παίρνει το βραβείο της Μουσικής Ακαδημίας Charles Gross, μόνο που ο Βασίλης λείπει για να το χαρεί. Εικόσι εφτά χρόνια μετά, ο Woody Allen επιλέγει το ορχηστρικό κομμάτι του Τσιτσάνη «Νέο Μινόρε» για να ντύσει κάποια σκηνή στην επαναπροβολή της ταινίας του «Ακαταμάχητη Αφροδίτη», δηλώνοντας τη συγκίνησή του στο άκουσμα της μουσικής του.

Βασίλης Τσιτσάνης: Ο Πατριάρχης του λαϊκού τραγουδιούΟ Τσιτσάνης άνδρωσε τον ελληνικό πολιτισμό με υπέροχα διαχρονικά τραγούδια για τον έρωτα, την αδικία, την ελπίδα, το χωρισμό, την εγκατάλειψη, τον διαταραγμένο κοινωνικό ιστό. Κομμάτια που αποτελούν σήμα κατατεθέν για την ιδιοσυγκρασία του Έλληνα αλλά και ιστορική πυξίδα που μας θυμίζει το δύσκολο παρελθόν αυτού του τόπου και την λυτρωτική υπέρβαση που μπορεί να μας οδηγήσει στο φως. Τα τραγούδια του βρίσκονται και θα βρίσκονται στην αιωνιότητα στα χείλη όλων μας για να μας δίνουν δύναμη να συνεχίζουμε. Ο Τσιτσάνης υπήρξε αξεπέραστος δημιουργός και έτσι θα παραμείνει, γιατί η μουσική του τον κρατά πάντα ζωντανό για όλους μας. Είναι βέβαιο ότι χαμογελά, κάθε φορά που ακούει έστω κι έναν από εμάς να σιγομουρμουρίζει κάποιο δικό του τραγούδι…

Συντάκτης: Δανάη Λιάκου,

Influence:

Αρθρογράφος του flowmagazine.gr.