Απόστολος Καλδάρας, ένας ρωμαλέος δημιουργός
«Το τραγούδι «Αχ ο μπαγλαμάς» αξίζει όσο 20 δίσκοι μακράς διαρκείας άλλων δημιουργών.» Αυτά ήταν τα λόγια του μεγάλου Μάνου Λοΐζου για το συγκεκριμένο τραγούδι, το οποίο συμπεριλήφθηκε στο δίσκο «Μικρά Ασία». Σε μια εποχή δύσκολη ιστορικά σαν μια μέρα βροχερή με αστραπές και βροντές, ο Απόστολος Καλδάρας χτύπησε την πόρτα κάθε σπιτιού και μπήκε μέσα, για να προσφέρει τη φωτιά που θα ζεστάνει το κορμί και την καρδιά. Με βαθιά αναπνοή έσκυψε και μας ψιθύρισε τρίλεπτα αριστουργήματα γεμάτα αρχοντιά και ουσία δίνοντας χώρο στον πόνο και στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου απέναντι σ’ αυτόν, μεταστοιχειώνοντας την ερωτική διάσταση σε κοινωνική και αντιστρόφως. Με τραγούδια που διαπερνούν το χρόνο πιάνουμε το νήμα από το χτες στο σήμερα, για να το απλώσουμε ως το αύριο και να φτάσουμε σε απάτητες κορφές της μέσα μας σιωπής.
Σε εποχές αλλοτινές
Ο Καλδάρας με καταγωγή από το Μέτσοβο γεννήθηκε στις 7 Απριλίου 1922 στα Τρίκαλα. Ο προσφυγικός συνοικισμός πλάι στο σπίτι του ήταν η αιτία που ρίζωσαν μέσα του οι μικρασιάτικες μελωδίες περνώντας στο ψυχισμό του ως αληθινό απόσταγμα μιας ταλαιπωρημένης μερίδας του πληθυσμού αυτής της γης. Την ίδια στιγμή τον πλημμύριζαν οι φωνές των Βαμβακάρη, Μπάτη, Παγιουμτζή από το χωνί στο οποίο κατέληγε το γραμμόφωνο, κόσμημα για το καφενείο του χωριού. Τις Κυριακές σεργιανούσε σε βυζαντινούς δρόμους συνοδεύοντας τον ψάλτη της εκκλησίας στα τροπάρια. Το πρώτο όργανο που έπιασε ήταν το μαντολίνο στα γυμνασιακά χρόνια, το οποίο έδωσε τη θέση του στη κιθάρα και έπειτα στο μπουζούκι, δώρο από έναν αδερφό της μάνας του. Τότε είναι η στιγμή που παίρνει ως πρώτη ύλη το χάρισμα της δημιουργίας και σκαλίζει τα πρώτα του συνθετικά και στιχουργικά μουσικά γλυπτά, όπως «Ανάθεμά σε άλγεβρα και τριγωνομετρία που μαραζώνεις τα παιδιά σ’ αυτή την ηλικία…».
Στο σύνορο που χωρίζει τη σχολική από την ενήλικη πλέον ζωή αποφασίζει να φοιτήσει στη Γεωπονική Σχολή Θεσσαλονίκης, την οποία όμως εγκαταλείπει σύντομα. Η ερασιτεχνική φλόγα του για τη μουσική έγινε σιγά σιγά ένα μέσο επιβίωσης μέσα σε ανάποδους καιρούς. Ξεκινάει να δουλεύει σε διάφορα κέντρα. Αρχίζει να μπαίνει πια για τα καλά στο μουσικό στερέωμα ξεκινώντας το οδοιπορικό της ζωής του σαν ένας μάγκας που βγήκε για σεργιάνι. Αυτός ήταν ο τίτλος του πρώτου τραγουδιού που έγραψε ο ίδιος και ηχογράφησε, για το οποίο μάλιστα έκανε την παραχώρηση να γραφεί, ότι η μουσική ήταν του Τσιτσάνη, ως παράκληση από τον Μουσχουντή, τον τότε διοικητή Ασφαλείας της Θεσσαλονίκης, τον οποίο συνέδεε φιλία με τον Τσιτσάνη.
Ο μεγάλος δρόμος που έγλειφε τις βαριές πόρτες των φυλακών του Γεντί Κουλέ και το φωτάκι που έφεγγε αχνά από το παράθυρο κάποιου κελιού ήταν οι αληθινές εικόνες που χρωμάτισαν τη φαντασία του και εκείνος συνέθεσε ένα από τα πιο σπουδαία τραγούδια ολόκληρης της ελληνικής δισκογραφίας. Το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» με μικρές αλλαγές στους στίχους, όπως επεβλήθησαν από τη λογοκρισία, είναι η πιο ισχυρή έκφραση της διχόνοιας του ελληνικού λαού σε μια σκοτεινή περίοδο, όπου το αντάρτικο ανακατεύει την τράπουλα της εξουσίας και ανατρέπει μια ολόκληρη εποχή. Γράφει συνεχώς και ταυτόχρονα γυροφέρνει σε μαγαζιά από τα Τρίκαλα στο Βόλο και πάλι πίσω στη Θεσσαλονίκη, ώσπου στα τέλη της δεκαετίας του ’40 κατηφορίζει στην Αθήνα, για να γραμμοφωνήσει τα τραγούδια του.
Από το όνειρο στη ζωή
Έρχεται αντιμέτωπος με το στριφνό πρόσωπο των δισκογραφικών εταιρειών που ως κέρβεροι απωθούν καθετί που πλησιάζει την είσοδο. Χάρη στο μεγάλο Γιάννη Παπαϊώαννου συστήνεται με τα καλύτερα λόγια στο διευθυντή της ΜΙΝΟΣ, τον Μάτσα. Ξεκινάει μια παραγωγική περίοδος δημιουργίας με μια μικρή αναγκαία διακοπή εκπλήρωσης των στρατιωτικών υποχρεώσεων. Το 1951 απολύεται από στρατιώτης και είναι πια επαγγελματίας. Η πρώτη δισκογραφική δουλειά εντοπίζεται το 1969 με τίτλο «Εβίβα Ρεμπέτες».
Ο δίσκοι που αποτέλεσαν σταθμό τόσο για τη δική του πορεία όσο και για την συνέχιση της ιστορίας του ελληνικού τραγουδιού και της μετεξέλιξης από το ρεμπέτικο στο λαϊκό είναι η «Μικρά Ασία» και ο «Βυζαντινός Εσπερινός». Πρόκειται μάλιστα για δίσκους που ανέδειξαν τις φωνές των πρωτοεμφανιζόμενων τότε Γιώργου Νταλάρα και Χαρούλας Αλεξίου. Είναι δύο ολοκληρωμένες θεματικές ενότητες με τίτλους που φέρουν ένα βάρος. Στη μεν πρώτη δουλειά παρουσιάζεται το συναίσθημα δυο λαών που ζουν φρικτές στιγμές στο πέρασμα μιας ισχυρής ιστορικής συγκυρίας, όπως η καταστροφή της Σμύρνης. Σε μια περίοδο μιας ήδη εγκατεστημένης κατάχρησης της εξουσίας και στο στρόβιλο από ένα εθνικιστικό ντελίριο και μιας εκκολαπτόμενης λανθάνουσας καπηλείας αξιών και ιδεολογιών, ο Καλδάρας ντύνοντας τους εκπληκτικούς στίχους του Πυθαγόρα ορθώνει ανάστημα και μιλά για το απαγορευμένο. Κάνει απόδραση στο πριν και φέρνει στο προσκήνιο το αξιοπρεπές μοιρολόι της ελληνίδας μάνας που συντάσσεται με τον πόνο της Τουρκάλας μάνας, ως άκρες του ίδιου θανάσιμου νήματος που οι εξουσίες θέλησαν να κόψουν.
Πολύ χαρακτηριστική είναι η ερώτηση που έκανε κάποιος Τούρκος Δημοσιογράφος ακούγοντας το τραγούδι «Μες στου Βοσπόρου τα στενά» και απευθυνόμενος στον Θεόδωρο Πάγκαλο, λέγοντάς του: «Τι διπλωματία και εξωτερική πολιτική λέμε; Μπορείτε να παροτρύνετε τον πνευματικό κόσμο να γράφει τραγούδια σαν κι αυτό; Μπορείτε να αναπαράξετε Καλδάρες;». Όλος ο δίσκος της Μικράς Ασίας αποτελεί μια απίθανη κατάθεση καρδιάς που ξεπερνά τα εθνικά σύνορα και απλώνεται ως την κατά περιόδους μαρτυρική συνύπαρξη αλλά και ανθρώπινη συμπόρευση των δύο λαών.
Στη δεύτερη δουλειά κωδικοποιούνται για πρώτη φορά μέσα σε δώδεκα τραγούδια συγκεντρωμένοι δώδεκα λαϊκοί δρόμοι έχοντας ως ισχυρά θεμέλια τις βυζαντινές κλίμακες. Με καθαρή ματιά και έντιμο τρόπο που οδηγεί στην άμεση αποσαφήνιση του δικού του προσωπικού νοήματος αποφεύγοντας οτιδήποτε δυτικότροπο, διασταυρώνει, όπως το λέει χαρακτηριστικά ο Λευτέρης Παπαδόπουλος που έγραψε τους στίχους στις έξοχες μελωδίες, τους ήχους της βυζαντινής οκταήχου με τις απαραίτητες φθορές, έτσι ώστε να μην παραπέμπει σε εκκλησιαστικό ύφος. Με γερά κρατήματα στις ρίζες μας δημιουργεί ζωντανά αριστουργήματα που παραπέμπουν στη χαρά και στη θρηνητική κλιμάκωση του πόνου που καταλήγει στην κάθαρση της ψυχής.
«Τι να θυμηθώ, τι να ξεχάσω απ’ όσα πέρασα..»
Μέχρι και το 1991 εξέδωσε περίπου 20 δίσκους γράφοντας κοντά στα 700 τραγούδια με τα περισσότερα να γίνονται ανάρπαστα σε πωλήσεις και το κυριότερο να αντέχουν απέναντι στον αυστηρότερο κριτή, τον χρόνο. Συνεργάζεται με σπουδαίους στιχουργούς όπως οι Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Γιώργος Σαμολαδάς, Κώστας Βίρβος και άλλοι. Μέχρι και το 1964 δουλεύει στα πάλκα και παίζει με τα σημαντικότερα ονόματα της μουσικής λαϊκής σκηνής όπως οι Στέλιος Καζαντζίδης, Γιώτα Λύδια, Πόλυ Πάνου, Γρηγόρης Μπιθικώτσης και πολλοί ακόμα. Ο χαμός της κόρης του τη χρόνια αυτή γίνεται η αιτία για την οριστική απομάκρυνσή του από τα κέντρα. Αποτραβιέται και προτιμά να γράφει τραγούδια παίζοντας μπουζούκι που ο ήχος του έφτανε ως την άκρη του σπιτιού του. Τότε είναι που γράφει το εκπληκτικό τραγούδι που ερμήνευσε μοναδικά η Μοσχολιού «Ένα αστέρι πέφτει πέφτει» αφιερωμένο στο παιδί του. Ασχολείται αρκετά με τον ελληνικό κινηματογράφο γράφοντας τραγούδια που προσθέτουν ζωντάνια σε διάφορες σκηνές κωμωδιών ή λαϊκών μελοδραμάτων, γεγονός που βοηθά στο να γίνει ευρέως γνωστός.
Δεν σταματά να κινείται ευλαβικά ανάμεσα στα μουσικά μονοπάτια και χαρίζει επιτυχίες μοναδικές σε ερμηνευτές όπως οι Σταμάτης Κόκοτας, Γιάννης Πάριος, Στράτος Διονυσίου, Μοσχολιού και άλλοι. Τραγούδια με μια ατόφια λιτότητα που μας μερακλώνουν το παράπονο, μας πυρώνουν τη χαρά και μας μαχαιρώνουν τον πόνο για να τον κόψουν στη μέση όπως «Ένα όνειρο τρελό», «Αργά, είναι πια αργά», «Μου σπάσανε το μπαγλαμά», «Πήρα από τη νιότη χρώματα», «Γυάλινος κόσμος», «Λίγο λίγο θα με συνηθίσεις» και πολλά ακόμα. Γράφει και ο ίδιος στίχους σαν μια προσωπική εξομολόγηση που αφορά τον καθένα από εμάς ξεχωριστά. Πλανιέται στα σοκάκια με τις νότες και μας στέλνει ένα τραγούδι από το Αλγέρι. Κάθεται σ’ ένα βράχο φαγωμένο από το κύμα για να συλλογιστεί και κάπου εκεί συναντάει την αγαπημένη του. Δεν τη φιλάει στα μάτια, μη τύχει κι είναι η αφορμή για χωρισμό. Την κοιτάζει μόνο τρυφερά και της ψιθυρίζει πώς αυτή του χάραξε πορεία. Ξέρει βαθιά μέσα του πώς όσο αξίζει αυτή και η καρδιά της η χρυσή δεν αξίζουν μαζί ο ουρανός κι όλη η γη. Με μια αγκαλιά ζεστή πάνε στην ευχή τα παλιά που τους χώριζαν, ενώ της κλείνει το στόμα με χίλια φιλιά.
Ο ευπατρίδης της ελληνικής μουσικής
Ήταν αυστηρός στη δουλειά του και με μια ανήσυχη τάση για το καινούργιο υποδηλώνοντας συνεχώς τη μεταβλητότητα της ροής των πραγμάτων και άρα και της μουσικής, όμως αυτό που ενέπνεε στους μουσικούς ήταν απόλυτη εμπιστοσύνη. Είχε το σθένος να μεταπηδά χωρίς φόβο σε διάφορα είδη, γι’ αυτό και κατηγορήθηκε κάποτε από τον Τσιτσάνη για την εισαγωγή στο ελληνικό τραγούδι των περίφημων ινδικών μελωδιών. Έπαιρνε στοιχεία από ξενόφερτους ήχους χωρίς όμως να απωλέσει το στίγμα του και το ελληνικό του μεράκι ξεδιπλώνοντας την αφομοιωτική του δεινότητα.
Με μια τρυφερότητα και μια τρομερή αίσθηση της δικαιοσύνης ήταν αυτός που προέτρεψε έντονα την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου να βάζει τ’ όνομά της στους στίχους της παίρνοντας το δίκαιο μερίδιό της και να σώσει από τη σκληρή ανωνυμία τα σπουδαία τραγούδια της. Στεκόταν πάντα παρών στο κοινωνικό γίγνεσθαι και αξιοσημείωτη είναι η δράση του, μεσούσης της χούντας, ως ενός εκ των πρωτεργατών της ΕΜΣΕ. Γενναιόδωρος και ευγενής έγινε για πολλούς καλλιτέχνες το ψηλό σκαλοπάτι που τους ανέβασε κοντά στην κορυφή. Ο Θανάσης Πολυκανδριώτης έχει πει για εκείνον: «Με στιγμάτισε. Πήρα πολλά πράγματα από τον Καλδάρα.». Με ανάλογα λόγια είχε μιλήσει για εκείνον και ο Μιχάλης Μενιδιάτης.
Ήταν ένας άνθρωπος με μια γλύκα στο βλέμμα που μετέδιδε μια ηρεμία με πολύ συγκροτημένη σκέψη και λόγο σαν γάργαρο νερό που κυλά. Ο Απόστολος Καλδάρας έκλεισε τα μάτια του για πάντα στις 8 Απριλίου 1990 πλάι στη γυναίκα του, Λούλα και στο γιο του, Κώστα. Ήθελε να φύγει αθόρυβα κοντά με τους αγαπημένους του ανθρώπους μακριά από τα ψυχρά δωμάτια κάποιου νοσοκομείου. Μας χαιρέτησε ήσυχα ψιθυρίζοντάς μας καλή τύχη. Χτύπησαν οι καμπάνες της Αγιάς Σοφιάς κι εκείνος δρασκέλισε το ουράνιο πέρασμα, για να συναντήσει το μαρμαρωμένο βασιλιά και τα παλικάρια από το Αϊβαλί.
Με σπάνιο ήθος έγραψε λαϊκά άσματα που επιβλήθηκαν αυτόματα στο συχνά αναπάντεχο και ανάποδο χαρακτήρα της ζωής βοηθώντας μας να κρατάμε πνευματική αντίσταση στα ευτελή τραγουδιστικά σλόγκαν μιας παράταιρης εποχής. Ο Καλδάρας μας γέμισε τραγούδια ζωής που καταλήγουν πως δεν υπάρχει όνειρο που να ζει στην αλήθεια μας, χωρίς να κουβαλάμε τουλάχιστον μια εμφανή γρατζουνιά από τη μάχη μας γι’ αυτό. Μέσα σε μαύρους οιωνούς για ένα ζοφερό μέλλον σε τούτο τον τόπο, θα ξαναρχίζουμε πάντα από την αρχή, για να σώσουμε ό,τι αγαπάμε, ακόμα κι αν ο θάνατός του είναι βέβαιος. Γιατί μόνο αν ξαναρχίζουμε μπορεί να ανατρέψουμε το βέβαιο σε αβέβαιο.



























