Σε συνέχεια του άρθρου για τις μορφές ενδοοικογενειακής βίας και την ψυχολογία του θύματος και του θύτη, προτείνουμε φορείς, οι …
Ανήλικη παραβατικότητα
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ η ανήλικη παραβατικότητα αυξήθηκε κατά 70% μεταξύ του 2020 και του 2023 σε παιδιά ηλικίας 15-18 ετών. Παράλληλα παρατηρείται ένα μικρότερο ποσοστό παραβατικών συμπεριφορών και σε ηλικίες κάτω των 8 ετών, το οποίο επίσης προκαλεί ανησυχία.
Είναι ένα θέμα πολυδιάστατο και πολυπαραγοντικό. Όπως φαίνεται τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια συνεχιζόμενη αύξηση του φαινομένου.
Οι πιο συχνές παραβάσεις αφορούν κλοπές, ληστείες, επιθέσεις, παραβάσεις περί ναρκωτικών και παραβάσεις σχετικά με τον ΚΟΚ.
Εν πρώτοις θα κάνουμε μια απόπειρα να ορίσουμε τι σημαίνει «παραβατικότητα». Αυτή αποτελεί αντικοινωνική και παρεκλίνουσα συμπεριφορά που μπορεί να περιλαμβάνει πράξεις που αντίκεινται στο νομικό και ηθικό καθεστώς μιας κοινωνίας.
Συχνά η παραβατικότητα συγχέεται η ταυτίζεται με την εγκληματικότητα, που είναι μια διαφορετική έννοια που αφορά το σύνολο των εγκλημάτων που διαπράττονται. Επειδή αυτές οι έννοιες δεν είναι ταυτόσημες χρησιμοποιώντας τες μ’ αυτόν τον τρόπο ελλοχεύει ο κίνδυνος του να προδικάσουμε ότι ένα παιδί-έφηβος παραβατικός, είναι η θα γίνει οπωσδήποτε εγκληματίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως οι προσπάθειες πρόληψης και αλλαγής φαίνονται μάταιες και αναποτελεσματικές και ένας νέος άνθρωπος κινδυνεύει να στιγματιστεί.
Σ’ αυτό το σημείο θα περιγράψω κάποια χαρακτηριστικά των παιδιών – εφήβων που προβαίνουν σε παραβατικές συμπεριφορές :
Συχνά βιώνουν άγχος, απογοήτευση και θυμό που μπορεί να συνοδεύεται από εκρήξεις οργής, χαμηλή αυτοεκτίμηση και συναισθήματα αναξιότητας. Αρκετές φορές συνυπάρχει τάση απόσυρσης, κυρίως από την οικογένεια και αδιαφορία για συμμετοχή σε δραστηριότητες, ενώ προτιμούν να περνούν αρκετό χρόνο εκτός σπιτιού.
Επιπλέον φαίνεται ότι δεν ανταποκρίνονται στους κανόνες και δεν συμμορφώνονται με τις συνέπειες που ακολουθούν τη συμπεριφορά τους.
Συχνά απουσιάζουν από το σχολείο και αδιαφορούν για τα μαθήματα, με αποτέλεσμα τις μειωμένες επιδόσεις και επίσης δυσκολεύονται σημαντικά να προσαρμοστούν σε αλλαγές και νέες καταστάσεις.
Σ’ αυτό το σημείο θα αποπειραθούμε να φωτίσουμε λίγο περισσότερο τα αίτια τέτοιων συμπεριφορών.
Η οικογένεια παίζει και πάλι ένα πρωταρχικό ρόλο σε τέτοιου είδους δυσλειτουργίες, αφού τα πρώτα χρόνια ζωής ενός παιδιού και τα δυναμικά που διέπουν τις σχέσεις που αναπτύσσονται με τους γονείς , είναι καθοριστικά για το τί θα επακολουθήσει.
Έτσι η δυσλειτουργία στις ενδοοικογενειακές σχέσεις φαίνεται να σχετίζεται απόλυτα με αποκλίνουσες συμπεριφορές που παρουσιάζουν τα παιδιά. Η ποιότητα της σχέσης των γονέων με το παιδί, η αίσθηση αγάπης, ασφάλειας, αποδοχής και ηρεμίας, καθορίζει εν πολλοίς την υγιή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη ενός παιδιού.
Συχνά οι ανήλικοι με παραβατικές συμπεριφορές προέρχονται από οικογένειες που δεν θέτουν όρια (από αδιαφορία, έλλειψη φροντίδας, προσωπικά τραύματα κ.ά.) η δεν επιβλέπουν επαρκώς τα παιδιά τους.
Αντίθετα, υπερβολικά αυταρχικοί γονείς με καταναγκαστικού τύπου στάσεις απέναντι στη πειθαρχία και σκληρές τιμωρίες «διδάσκουν» σ’ ένα παιδί έναν δυσλειτουργικό τρόπο αλληλεπίδρασης με τους άλλους.
Επιπλέον η ενδοοικογενειακή βία, η κακοποίηση οποιασδήποτε μορφής και η παραμέληση μέσα στην οικογένεια, φαίνεται ότι αυξάνουν τις πιθανότητες συμμετοχής σε παραβατικές συμπεριφορές.
Σύμφωνα με πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα, τα παιδιά που ζούν σε οικογένειες με βίαιους πατέρες, έχουν επίσης αυξημένες πιθανότητες να καταφύγουν σε αποκλίνουσες συμπεριφορές.
Το ίδιο ισχύει και για τη σωματική τιμωρία, η οποία επίσης έχει συσχετιστεί με την αύξηση της σωματικής βίας μεταξύ συνομηλίκων.
Μετά την οικογένεια έρχεται το σχολείο, σημαντικός φορέας κοινωνικοποίησης. Η εστίαση στη συσσώρευση γνώσεων χωρίς ανάπτυξη κριτικής σκέψης, η έλλειψη καλλιέργειας ενσυναίσθησης και η βαθμοθηρία δεν εισφέρουν σε μία ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη προσανατολισμένη στο ευ ζην και την αυτογνωσία.
Αντίθετα ευνοούν τον κακό ανταγωνισμό και μπορεί να λειτουργήσουν ως εμπόδιο στην έκφραση και διαχείριση συναισθημάτων, καθώς και στην καλλιέργεια δεξιοτήτων όπως η επικοινωνία, η επίλυση συγκρούσεων και η αρμονική συνεργασία. Για παράδειγμα κάποιες φορές η ευαισθησία και η ιδιαιτερότητα ενός παιδιού θεωρούνται αδυναμίες και συχνά το ίδιο γίνεται αντικείμενο bullying από τους συνομήλικους.
Επίσης συχνά συναντάμε οικογένειες όπου η ευαισθησία και η έκφραση παρόμοιων συναισθημάτων, ιδιαίτερα στα αγόρια, λογίζεται ως «ασυγχώρητη αδυναμία» που πρέπει ν’ εκλείψει, αφού θεωρείται ότι αναπτύσσεται εις βάρος της λογικής και της σκληρότητας.
Σ’ αυτό το σημείο είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τόσο η ανάπτυξη των δεξιοτήτων που αντιστοιχούν στο δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου( διαίσθηση, δημιουργικότητα, χωρική αντίληψη, συναισθηματική νοημοσύνη κ.ά.) όσο και αυτές που αφορούν τις λειτουργίες του αριστερού ημισφαιρίου (λογική, γλώσσα, ομιλία, αναλυτική σκέψη κ.ά.) είναι εξίσου απαραίτητες για ένα ολοκληρωμένο και απαρτιωμένο εαυτό.
Στη συνέχεια είναι απαραίτητο ν’ αναφερθούμε στις παρέες των συνομηλίκων που παίζουν ένα καθοριστικό ρόλο, κυρίως στους εφήβους με προβλήματα στην οικογένεια, αφού η ανάγκη του ‘ανήκειν’ σ’ αυτές τις ηλικίες μπορεί να οδηγήσει σε παραβατικές συμπεριφορές προκειμένου να ενταχθούν στην ομάδα και να γίνουν αποδεκτοί σ’ αυτήν.
Τον ίδιο κίνδυνο φαίνεται να διατρέχουν και τα ‘παραμελημένα παιδιά’ τα οποία αντί για αγάπη, αποδοχή και ασφάλεια από την οικογένεια, εισέπραξαν ‘αδιαφορία’ η ‘απόρριψη’ και έτσι καθίστανται ευάλωτα σε οποιονδήποτε προσφέρει ‘αποδοχή’ και ‘επιβεβαίωση’ υπό οποιεσδήποτε συνθήκες…
Όπως φαίνεται από τα παραπάνω συχνά τα παιδιά που ασκούν βία ή παρουσιάζουν παραβατική συμπεριφορά, έχουν και τα ίδια υπάρξει θύματα ενός δυσλειτουργικού οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος.
Κλείνοντας θα πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε ότι αναφορικά με το παραπάνω φαινόμενο υπάρχουν πολλαπλοί επιβαρυντικοί παράγοντες όπως : οικογενειακοί, κοινωνικοί, ψυχικοί κ.ά.
Εν τούτοις θεωρώ σημαντικό να εστιάσω στο ρόλο της οικογένειας (αφού όπως ήδη είπαμε τα πρώτα 5 χρόνια ζωής αποδεικνύονται καθοριστικά για την περαιτέρω ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη ενός παιδιού), υπογραμμίζοντας ότι είναι θεμελιώδης η συνειδητή επιλογή της γονεϊκότητας από τους συντρόφους.
Αυτό μπορεί να διασφαλίσει ένα κατάλληλο, ήρεμο και υγιή περιβάλλοντα χώρο, αποτελούμενο από δύο γονείς με στοιχειώδη αυτογνωσία και ωριμότητα που θα μπορούν ν’ αναλάβουν το ρόλο τους με ευθύνη και συνέπεια, ώστε αυτό να οδηγήσει στην υγιή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη ενός νέου ανθρώπου.
Αμμολοχίτου Έλενα
Κλινική Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια
Μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Αναλυτικής, Ομαδικής & Οικογενειακής Ψυχοθεραπείας



























