Το βιβλίο «Ο μηχανιστικός άνθρωπος» του Σάββα Σαββόπουλου αποτελεί μια ψυχοσωματική προσέγγιση που εξετάζει πώς τα πρώιμα συναισθηματικά τραύματα οδηγούν …
ΑΛΕΞΙΘΥΜΙΑ: Όταν λες “δεν είμαι καλά”… αλλά δεν ξέρεις γιατί
«Δεν είσαι μπερδεμένος άνθρωπος. Είσαι άνθρωπος χωρίς λέξεις για αυτό που νιώθει.»
Ας το πούμε όπως είναι: αν το “δεν είμαι καλά” ήταν επάγγελμα, θα είχαμε όλοι πάρει σύνταξη νωρίς. Είναι η πιο ασφαλής, ουδέτερη και βολική απάντηση. Δεν εκτίθεσαι, δεν εξηγείς, δεν μπαίνεις σε λεπτομέρειες. Αλλά υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα: δεν βοηθάει και πολύ.
Εδώ μπαίνει στο παιχνίδι ένας λιγότερο γνωστός αλλά πολύ σημαντικός όρος της ψυχολογίας: η αλεξιθυμία. Όχι, δεν είναι αρρώστια ούτε “κάτι που έχουν οι άλλοι”. Είναι μια κατάσταση στην οποία δυσκολεύεσαι να αναγνωρίσεις και να περιγράψεις τα συναισθήματά σου. Με απλά λόγια; Νιώθεις… αλλά δεν ξέρεις τι ακριβώς.
Και κάπου εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον.
Γιατί δεν γεννιόμαστε έτσι. Δεν βγαίνει κανένα παιδί στον κόσμο λέγοντας «συγγνώμη, έχω έλλειψη συναισθηματικού λεξιλογίου». Το μαθαίνουμε. Ή μάλλον, δεν το μαθαίνουμε ποτέ. Μεγαλώνουμε σε περιβάλλοντα όπου ακούμε «μην κλαις», «μην θυμώνεις», «έλα μωρέ, δεν έγινε τίποτα». Και κάπως έτσι, τα συναισθήματα μπαίνουν σε ένα συρτάρι με ταμπέλα “αργότερα”. Μόνο που το “αργότερα” δεν έρχεται ποτέ.
Το αποτέλεσμα; Ενήλικες που όταν τους ρωτήσεις τι νιώθουν, κάνουν ένα μικρό mental reboot. «Εεε… δεν ξέρω». Όχι γιατί δεν υπάρχει συναίσθημα, αλλά γιατί δεν υπάρχει πρόσβαση σε αυτό.
Και εδώ είναι το κρίσιμο σημείο: όταν δεν μπορείς να ονομάσεις αυτό που νιώθεις, δεν μπορείς και να το διαχειριστείς. Είναι σαν να έχεις ένα app στο κινητό σου χωρίς όνομα. Υπάρχει, τρέχει στο background, τρώει μπαταρία… αλλά δεν ξέρεις τι κάνει.
Έτσι, αντί να πεις «νιώθω φόβο», λες «έχω άγχος». Αντί για «νιώθω απόρριψη», λες «δεν με νοιάζει». Αντί για «χρειάζομαι επαφή», λες «θέλω να εξαφανιστώ». Δεν είναι ψέμα. Είναι απλώς μια πιο θολή εκδοχή της αλήθειας.
Η επιστήμη, όμως, έχει κάτι ενθαρρυντικό να πει. Έρευνες δείχνουν ότι όταν βάζουμε λέξεις στα συναισθήματά μας, ενεργοποιείται ο προμετωπιαίος φλοιός – το κομμάτι του εγκεφάλου που σχετίζεται με την επίγνωση και τον έλεγχο. Ταυτόχρονα, μειώνεται η δραστηριότητα της αμυγδαλής, που σχετίζεται με τον φόβο και την ένταση. Με απλά λόγια; Το να πεις «νιώθω θυμό» είναι ήδη μια μορφή διαχείρισης.
Και εδώ έρχεται η λεπτή αλλά σημαντική διαφορά: άλλο να λες «νιώθω θυμό» και άλλο «είμαι θυμωμένος άνθρωπος». Το πρώτο περιγράφει μια εμπειρία που περνά. Το δεύτερο σε ορίζει. Και, ειλικρινά, κανείς δεν θέλει να γίνει το συναίσθημά του full-time.
Το να μάθεις τη γλώσσα των συναισθημάτων σου δεν γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη. Θέλει παρατήρηση, λίγη ειλικρίνεια και αρκετή ανοχή στην αμηχανία. Στην αρχή μπορεί να νιώθεις σαν να προσπαθείς να μάθεις ξένη γλώσσα χωρίς υπότιτλους. Αλλά σιγά-σιγά, κάτι αλλάζει. Χρειάζεται να παρατηρείς και τους άλλους. Να γνωρίζεις και τον δικό τους συναισθηματικό κόσμο. Να παρατηρείς τι κάνουν, με ποιόν τρόπο, πως φέρονται στους άλλους. Είναι μεγάλο μάθημα αυτό .
Γιατί τελικά, το θέμα δεν είναι να μην νιώθεις έντονα ή να φοβάσαι να το πεις. Το θέμα είναι να καταλαβαίνεις τι νιώθεις.
Και πίστεψέ με, το «δεν είμαι καλά» είναι μόνο η αρχή της πρότασης.



























