Τόσκα του Τζιάκομο Πουτσίνι

Συντάκτης: Άρης Γαβριηλίδης, Συγγραφέας - Εικαστικός

Influence:

Φίλες και φίλοι της στήλης, στο θέατρο ή στον κινηματογράφο συνήθως η πλοκή του παιζόμενου έργου παραμένει μυστήριο η αποκάλυψη του οποίου συντελείται βαθμηδόν κατά την διάρκεια της παράστασης ή της προβολής. Επομένως, δύσκολα θα πάει κανείς να δει το ίδιο έργο, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις.

Αντίθετα,  στην όπερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Βεβαίως υπάρχει και εδώ, λίγο έως πολύ, το στοιχείο του μυστηρίου όταν βλέπει κανείς το έργο για πρώτη φορά. Όμως δεν είναι αυτό το μεγάλο ζητούμενο, αφού η υπόθεση του έργου είναι εν πολλοίς γνωστή εκ των προτέρων. Στην όπερα έρχεσαι για να απολαύσει πρωτίστως την ζωντανή μουσική παιγμένη από την ορχήστρα και τραγουδημένη από τους αοιδούς και δευτερευόντως για να θαυμάσεις την σκηνοθεσία, τα σκηνικά και τα κοστούμια που την πλαισιώνουν.

Με αυτό το σκεπτικό, όταν παίζεται μια όπερα που την έχεις ξαναδεί, ευχαρίστως ξαναπηγαίνεις. Αυτό συνέβη και σε εμένα με την Τόσκα, το κλασσικό μελόδραμα του Πουτσίνι και μία από τις πλέον δημοφιλείς όπερες, που ανέβηκε για έξι μόνο παραστάσεις, τις τελευταίες ημέρες του Ιανουαρίου και τις πρώτες του Φεβρουαρίου, από την Εθνική Λυρική Σκηνή στο  νέο της σπίτι, στο «Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος».

Η Τόσκα παρουσιάστηκε από την Εθνική Λυρική Σκηνή για πρώτη φορά το 1942, με τη δεκαεννιάχρονη τότε Μαρία Κάλλας στον ομώνυμο ρόλο.

Ας ρίξουμε τώρα μια ματιά στην «υπόθεση του έργου», όπως έγραφαν και τα παλιά προγράμματα των κινηματογράφων, που κατέληγαν στην φράση «η συνέχεια επί της οθόνης»:

Βρισκόμαστε στο 1800. Ο ζωγράφος Μάριο Καβαραντόσσι, εραστής της διάσημης αοιδού Φλόρια Τόσκα, επειδή παρείχε άσυλο σε κάποιον πολιτικό φυγάδα, συλλαμβάνεται κατά διαταγή του Διευθυντή της Αστυνομίας Σκάρπια, φυλακίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Η Τόσκα εκλιπαρεί τον Σκάρπια να του χαρίσει τη ζωή. Εκείνος θα το κάνει αν όμως του δοθεί και την διαβεβαιώνει ότι τα όπλα του εκτελεστικού αποσπάσματος θα είναι άσφαιρα. Εκείνη υποκρίνεται ότι δέχεται την πρόταση και μόλις παίρνει την έγγραφη άδεια εξόδου που θα εξασφάλιζε τη φυγή της με τον Μάριο, μαχαιρώνει τον Σκάρπια. Όμως ο Μάριο κατά την εκτέλεση πέφτει νεκρός από τα αληθινά πυρά και η Τόσκα έξαλλη και απελπισμένη πέφτει στον Τίβερη.

Στον απαιτητικό ρόλο της Φλόρια Τόσκα, η διάσημη υψίφωνος Τσέλια Κοστέα, (μη σας ξεγελά το όνομά της, δεν είναι Ελληνίδα αλλά είναι Ρουμάνα), η οποία έχει συνεργαστεί και στο παρελθόν με την Λυρική μας Σκηνή.

Ο ρόλος του Μάριο Καβαραντόσσι μοιράζεται ανάμεσα στον Τσέχο τενόρο Πάβελ Τσέρνοχ και στον Δημήτρη Πακσόγλου (εγώ είδα την παράσταση της 31ης Ιανουαρίου με τον πρώτο).

Τον Σκάρπια ενσαρκώνει ο βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός.

Νεωκόρος: Βαγγέλης Μανιάτης, Τσέζαρε Αντζελόττι: Τάσος Αποστόλου, Σαρρόνε: Διονύσης Τσαντίνης, Βοσκός: Πέννυ Ρίζου, Σπολέττα: Χρήστος Κεχρής, Δεσμοφύλακας: Χρήστος Αμβράζης

Διεύθυνση χορωδίας: Αγαθάγγελος Γεωργακάτος. Διεύθυνση παιδικής χορωδίας: Κωνσταντίνα Πιτσιάκου. Αναβίωση σκηνοθεσίας: Ίων Κεσούλης. Φωτισμοί: Τζουζέππε ντι Ιόριο

Σκηνοθεσία-σκηνικά-κοστούμια: Νίκος Σ. Πετρόπουλος

Διεύθυνση ορχήστρας: Λουκάς Καρυτινός

Σε άλλες παραστάσεις της Τόσκας που έχω παρακολουθήσει, ζωντανές ή βιντεοσκοπημένες, τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι εποχής. Εδώ όμως η υπόθεση μεταφέρεται στη Ρώμη, την περίοδο του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι λιτά και γκριζόμαυρα. Η απουσία χρωμάτων ομολογουμένως κουράζει το μάτι του θεατή. Από την άλλη όμως πλευρά, η ασπρόμαυρη αισθητική της παραγωγής και οι υποβλητικοί φωτισμοί συνάδουν με την ατμόσφαιρα της υπόθεσης και ταυτόχρονα δίνουν την αίσθηση  κινηματογραφικής ταινίας.

Όμως, κακά τα ψέματα. Η μεταφορά της υπόθεσης έργων όπερας ή θεάτρου σε σύγχρονη εποχή δεν είναι μόνο «σκηνοθετική άποψη», αλλά εξυπηρετεί και έναν άλλο σημαντικό σκοπό, που δεν είναι άλλος από τον οικονομικό: τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι πολύ φθηνότερα. Βεβαίως οι παραγωγές όπερας είναι πολύ ακριβές επειδή πέραν των σκηνικών και των κοστουμιών απαιτούν πολλούς καλλιτέχνες τόσον επί σκηνής όσο και στην ορχήστρα. Το συνολικό κόστος δεν είναι δυνατόν να καλυφθεί πάντα από τις πωλήσεις εισιτηρίων δεδομένου του περιορισμένου αριθμού των παραστάσεων.

Παρόλο το υψηλό κόστος, οι τιμές των εισιτηρίων είναι προσιτές και καλύπτουν όλα τα «βαλάντια». Στη συγκεκριμένη παράσταση, ανάλογα με την θέση, πωλούνταν 15, 20, 30, 40, 45, 60 ευρώ. Φοιτητικό, παιδικό: 12 ευρώ. Περιορισμένης ορατότητας: 10 ευρώ. Η τιμή των 15 ευρώ δεν υπερβαίνει εκείνη μιας θεατρικής παράστασης σε αθηναϊκή σκηνή.

Θα αναρωτηθείς τώρα, φίλε αναγνώστη, αφού η τελευταία από τις έξι παραστάσεις του έργου είναι την 9η Φεβρουαρίου και τα εισιτήρια είναι όλα προπωλημένα, για ποιον λόγο το παρουσιάζω σε αυτήν εδώ την στήλη. Προφανώς, στόχος μου δεν είναι να σου συστήσω να το δεις· είναι πλέον αργά. Στόχος μου είναι να σε εξοικειώσω με την όπερα, αν δεν είσαι ήδη εξοικειωμένος, ώστε να την δεις με την επόμενη ευκαιρία. Ακόμη και τώρα μπορείς να την βρεις σε άλλη παραγωγή ολόκληρη, με ελληνικούς υπότιτλους, στο youtube. Ευτυχώς το διαδίκτυο είναι  γεμάτο με όπερες.

Την ώρα που έγραφα αυτό το άρθρο, άκουγα από τον διπλανό δωμάτιο τις υπέροχες μελωδίες της όπερας Τραβιάτα, του Τζιουζέπε Βέρντι, από το κανάλι ΜΕΖΖΟ στη θέση 606. Την επόμενη Κυριακή, στα 10:30 το βράδυ θα παρακολουθήσω την όπερα στο κανάλι της Βουλής.

Περισσότερα για την όπερα μπορείς να βρεις στο προηγούμενο άρθρο μου εδώ.

Φίλες και φίλοι της στήλης, ευχαρίστως θα αποδεχτώ αίτημα φιλίας σας στο Facebook (Aris Gavriilidis), για να τα λέμε πιο συχνά.

Συντάκτης: Άρης Γαβριηλίδης, Συγγραφέας - Εικαστικός

Influence:

Ο Άρης Γαβριηλίδης, οικονομολόγος, πρώην  διευθυντικό στέλεχος τραπεζών και επιχειρήσεων, ασχολείται ερασιτεχνικά με το γράψιμο…