Μια όψιμη αριστεία

Συντάκτης: Μαρίνα Σίσκου

Δεν είναι λίγες οι γενιές των μαθητών που παρόλο που,  εδώ και χρόνια έχουν ολοκληρώσει τις σπουδές τους, έχουν δημιουργήσει τις ζωές τους και δικούς τους απογόνους, πολλοί ενδεχομένως ακόμη να μην ζουν πια, τις οφείλουμε κάτι σημαντικό. Οφείλουμε έναν  έπαινο αριστείας στους μαθητές των δημοτικών και των γυμνασίων της ελληνικής υπαίθρου, μίας άλλης αλλά όχι πολύ μακρινής εποχής.

Το εκπαιδευτικό σύστημα και η έκφρασή του μέσα στην κοινωνία, το σχολείο,  αποτελεί συνέχεια της εθνικής και πολιτισμικής συνοχής. Κατά την αρχαιότητα, οι Έλληνες ασχολήθηκαν σε βάθος με την εύρεση των ιδανικών μέσων και των μεθόδων για την επίτευξη της παίδευσης και της φώτισης. Οι διαφορές στα συστήματα εκπαίδευσης μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης υπήρξαν αγεφύρωτες, δεδομένου ότι ο επιθυμητός στόχος και η αντίληψη του ιδανικού πολίτη διέφερε πολύ στις δύο αυτές  πόλεις- κράτη της αρχαίας Ελλάδας.

Κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης του 1453, γίνεται λόγος για περίοδο του συστηματικού και συνολικού μαρασμού κάθε πνευματικής δραστηριότητας στο χώρο του ελληνισμού, που, ώσπου πλέον να ξανανθίσει πρέπει να παρέλθουν περίπου δύο αιώνες,  έως τον 17ο αιώνα κατά τον οποίον η Κωνσταντινούπολη, όντας το θρησκευτικό, πνευματικό και εθνικό κέντρο του Ελληνισμού αρχίζει να παρουσιάζει κάποια αναγέννηση στον τομέα της εκπαίδευσης όπως αποδεικνύεται μέσα από την αρτιότερη οργάνωση και τη διεύρυνση του αντικειμένου διδασκαλίας της Μεγάλης του Γένους Σχολής (1803-1835).

Η αναβάθμιση της Σχολής σε πανεπιστημιακό επίπεδο και η συμπλήρωση των θεολογικών μαθημάτων με τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών, της φυσικής, των μαθηματικών και της φιλοσοφίας έδωσε τη δυνατότητα στους σπουδαστές να μορφωθούν και αποτελέσουν οι ίδιοι φανό της μετάδοσης της γνώσης στο σύνολο του υποδουλωμένου και μη, ελληνισμού.

Αργά αλλά σταθερά, ξεκινά η ίδρυση σχολείων του Ελληνισμού  υπό την αιγίδα και την οικονομική ενίσχυση της Εκκλησίας, του απόδημου ελληνισμού και των κοινοτήτων. Τα σχολεία της πρώτης βαθμίδας, τα ονομαζόμενα «κοινά»,  δίδασκαν στους μαθητές ανάγνωση, γραφή και αριθμητική. Τα βιβλία που χρησιμοποιούνταν ήταν το Ψαλτήρι, η Οκτώηχος και ο Απόστολος έως τα τέλη του 18ου αιώνα οπότε και κυκλοφορούν τα πρώτα αλφαβητάρια. «Ελληνικά» ονομάζονταν συνήθως τα σχολεία της δεύτερης βαθμίδας, τα οποία είχαν περισσότερα αντικείμενα διδασκαλίας, όπως είναι η αρχαία Ελληνική Γραμματεία, η Ρητορική, η Ηθική, η Γεωμετρία, η Φιλοσοφία και η Θεολογία.

O θεσμός της παιδείας, η λειτουργία της εκπαίδευσης και το περιεχόμενο της διδασκαλίας, δεν υπήρξε ποτέ κάτι ανεξάρτητο από την περιβάλλουσα πνευματική και ηθική κίνηση.

Ερχόμενοι στην νεότερη ιστορία της εκπαίδευσης στην Ελλάδα, είναι άξιο μνείας το εξής: στην Ελλάδα, παρά τη μικρή γεωγραφική της έκταση, σημεία-ορόσημα όπως ήταν για παράδειγμα ο Πρώτος και ο Δεύτερος Ευρωπαϊκός Πόλεμος, αργότερα ο Εμφύλιος και η Κατοχή, βιώθηκαν πολύ διαφορετικά στην κάθε επαρχία, κάθε πόλη και χωριό.

 Όταν δε, ο διαχωρισμός αφορά τα αστικά κέντρα και την ύπαιθρο καθώς και την ηπειρωτική χώρα σε αντίθεση με τα νησιά, τότε ίσως άνθρωποι που έζησαν ακριβώς τα ίδια γεγονότα της εποχής να υποπέσουν ακόμη και σε ασυνεννοησία. Ο κάθε τόπος είχε τους δικούς του πόρους και τους δικούς του μηχανισμούς προσαρμογής στις κρίσεις. Ως εκ τούτου,  δύσκολα θα μιλούσαμε ποτέ για ένα ομοιόμορφο σύστημα παιδείας -όπως άλλωστε δύσκολα θα μιλούσαμε και για ομοιόμορφο αξιακό σύστημα των ελληνικών κοινωνιών.

Θα αφιερώσουμε λοιπόν λίγο χρόνο για έναν καθυστερημένο έπαινο που οφείλεται στις γενιές των παιδιών που φοίτησαν από την Κατοχή ως και τη λήξη του 1960, την πιο τρικυμιώδη  κοινωνική περίοδο της χώρας, γεμάτη με ανακατατάξεις σ’ όλους τους τομείς της ελληνικής κοινωνίας.

Η παιδεία είναι ένα από τα πρώτα θύματα της Γερμανικής κατοχής που επίσημα ξεκινά το 1940. Οι κατοχικές κυβερνήσεις δεν ασχολούνται ιδιαίτερα με τους μαθητές, παρά μόνον αρκούνται σε έκδοση αόριστων διαταγμάτων ότι αυτή θα συνεχίζεται κανονικά. Το πόσο κανονικά ωστόσο αυτή συνεχίζονταν, μάς το μαρτυρούν αφηγήσεις από τους παππούδες μας όταν αναφέρονται στα μαθητικά χρόνια. Κατά την εποχή της κατοχής, τα σχολεία απαρτίζονται από αγόρια, ενώ η φοίτηση στα σχολεία παύει κατά τη διακυβέρνηση Τσολάκογλου και Ράλλη, λόγω υποχρηματοδότησης. Επρόκειτο λοιπόν, για εκπαίδευση αποσπασματικής και ευκαιριακής υφής. Παρά τον πόλεμο και τις συνθήκες της ανέχειας, βλέπουμε τάξεις κατάμεστες με παιδιά στις φωτογραφίες. Η ύπαρξη δομών ήταν υποτυπώδης, αφού υπάρχουν περιπτώσεις που τα σχολεία καίγονται ή επιτάσσονται και το διδακτικό προσωπικό απαρτίζεται από όσους  δάσκαλους δεν είχαν ακόμη καταταγεί στον στρατό. Ακόμη και έτσι, υπήρχαν μαθητές στα σχολεία. Η επιμέλεια και η λειτουργία, συχνά ακόμη και η εύρεση του χώρου που θα διεξαχθεί το μάθημα επαφιόταν στην εφευρετικότητα του δασκάλου. Οι περιπτώσεις υπαίθριων σχολείων δεν είναι λίγες, ούτε παραξενεύουν κατά την εποχή της κατοχής.

Η λήξη του Δεύτερου Παγκοσμίου συμπίπτει με το ξέσπασμα του Εμφυλίου Πολέμου, γεγονός που σημαίνει ότι στην ορεινή ύπαιθρο αδυνατούν να υπάρξουν συνθήκες ίδρυσης και απρόσκοπτης λειτουργίας της εκπαίδευσης. Οι κυβερνήσεις που αλλάζουν κάθε δεύτερη εβδομάδα δεν προφταίνουν ν’ αφοσιωθούν στην παιδεία και η πλειονότητα των σχολείων δεν επαναλειτουργεί. Μόνον προς τα τέλη του 1949 λειτουργούν τεχνικές σχολές αρρένων στη Ρόδο ή τη Θεσσαλονίκη. Πολλές φορές, οι μαθητές επιστρατεύονται ως εργάτες, για να συμβάλλουν στην κατασκευή άμυνας. Ο εμφύλιος, μεταξύ κάθε άλλου κακού που δημιούργησε, ορφάνεψε ακόμη μία γενιά από τη μάθηση. Ένα αποτέλεσμα ίσως αυτής της έλλειψης ήταν, οι παππούδες μας να ασχοληθούν κυρίως και την κτηνοτροφία και την καλλιέργεια της γης, αφού δεν είχαν τα εφόδια για την περαιτέρω  κοινωνική τους ανέλιξη.

Η κατάσταση στα σχολεία της υπαίθρου και τον χώρο της παιδείας εξομαλύνεται κατά την περίοδο του 1950-1960. Οι μπαμπάδες, με άλλα λόγια, των σημερινών τριαντάχρονων αξίζουν μία αριστεία γιατί επέφεραν μία αναγέννηση στην παιδεία. Βέβαια, δημιουργείται και διατηρείται σε όλη τη δεκαετία ένα βασικό ζήτημα: η παιδεία δύο ταχυτήτων, με τα σχολεία της αγροτικής υπαίθρου να μένουν πίσω από πλευράς μέριμνας, όμως δεν έμειναν πίσω από ουσιαστική πλευρά, όσον αφορά δηλαδή τη θέληση και την αποφασιστικότητα: μάλλον αυτή η γενιά μαθητών είχε περίσσευμα από αυτά. Τα παιδιά αυτά δεν επαινέθηκαν ξεχωριστά επειδή διένυαν χιλιόμετρα από το χωριό όπου κατοικούσαν προκειμένου να φτάσουν στο σχολείο- το γυμνάσιο των έξι τάξεων, που ήταν ένα, βρισκόταν στο κεφαλοχώρι και κάλυπτε τις ανάγκες των μαθητών της συγκεκριμένης περιοχής. Έχει υπολογιστεί ότι την περίοδο αυτή μόνον το ποσοστό της τάξης του 25-30% των μαθητών ολοκλήρωναν τις σπουδές τους στη Μέση Εκπαίδευση, ενώ σε πιο απομακρυσμένες και υποβαθμισμένες περιοχές της Ελλάδας, το μαγικό ποσοστό των μαθητών που ολοκλήρωνε τις σπουδές της βασικής εκπαίδευσης ήταν 15 απόφοιτοι γυμνασίου για κάθε εκατό μαθητές που πήγαιναν στο Δημοτικό.

Δύσβατα χιλιόμετρα λοιπόν απόσταση, το σχολείο από το σπίτι. Τα παιδιά ήταν από οικογένειες κατά κανόνα πολύτεκνες και κατά κανόνα με πολύ περιορισμένα οικονομικά μέσα. Τα μικρότερα παιδιά της οικογένειας φορούσαν τα ρούχα από τα μεγαλύτερα αδέρφια, ενώ τα παπούτσια ήταν μία πολυτέλεια που πολλοί, αγόρια και κορίτσια της γενιάς αυτής πρωτογνώρισε στην ενήλικη ζωή. Οι μαθητές θα έφταναν λοιπόν, νηστικοί και λιτοντυμένοι, με ρούχα απανωτές φορές μπαλωμένα για το μάθημα. Δυστυχώς και οι συνθήκες που θα έβρισκαν εκεί δε διέφεραν πολύ από τις γενικές συνθήκες διαβίωσης: κρύες και άβολες αίθουσες.

Το πρωινό των μαθητών πριν ξεκινήσουν, όταν υπήρχε θα ήταν ίσως μία ζαχαρωμένη φέτα ψωμί. Ο υποσιτισμός αυτός βέβαια, τούς επιφύλασσε από νωρίς προβλήματα στην υγεία και την ευημερία από τη νεότητά τους κιόλας. Ίσως όμως, πέρα από τις αντιξοότητες τα παιδιά αυτά που αποτέλεσαν την πρώτη γενιά μαθητών σε περίοδο ειρήνης, να έβλεπαν κάτι άλλο στη φοίτηση: φυσικά, είναι αδύνατον να μιλήσει κανείς με βεβαιότητα για τη συλλογική νοοτροπία μίας μαθητικής γενιάς, όμως μία κόρη μπορεί να περιγράψει ότι ένας πατέρας, μαθητής της εποχής αυτής έβλεπε στο σχολείο υπόσχεση και ελπίδα. Έτσι, αναζητούσε ήσυχο χώρο τα απογεύματα, είτε μέσα στο πάντα κατάμεστο σπίτι, είτε στην ύπαιθρο την ώρα της βοσκής,  για να μελετάει τα μαθήματα της επομένης. Το σχολείο και η μόρφωση ήταν για τους αποφασιστικούς της γενιάς αυτής η κινητήριος δύναμη,  και έκτοτε μάλλον δεν έβλεπαν τα εμπόδια, αλλά μόνον εφόδια.

Τα χρόνια που ακολούθησαν μετά, ήταν χρόνια που η παιδεία ήρθε στο επίκεντρο της πολιτικής μέριμνας και των μεταρρυθμίσεων και σταδιακά, ξαναπήρε τη βαρύτητα και την προσοχή που της αναλογεί. Όμως πάντα θα πιστεύω και θα λυπάμαι γιατί η γενιά της αισιοδοξίας και της δύναμης, εκείνη που σηματοδότησε τη μετάβαση από τον πόλεμο στην πρόοδο και στη συνέχεια, υποβάσταξε στην προκοπή της κοινωνίας συνολικά, δεν επαινέθηκε αρκετά.

Συντάκτης: Μαρίνα Σίσκου,

Αρθρογράφος του flowmagazine.gr