Μεγάλοι Δημιουργοί και Δημιουργίες: Τζέημς Τζόις, η μεγαλοφυΐα των λέξεων

Συντάκτης: Νίκος Κομπολάκης

Ο περασμένος αιώνας, ήταν γενικά ο αιώνας των τεχνολογικώς ανακαλύψεων, των επιστημών και της τέχνης. Και αν στην επιστήμη, η επίδραση του Αϊνστάιν και των Γουάτσον-Κρικ  είναι ακόμα και σήμερα εμβληματική, στην τέχνη της γραφής και της λογοτεχνίας, με τα τόσα ρεύματα, τις σχολές γραφής και τις μεγάλες πένες, δεν μπορεί κανείς να πει ότι υπάρχει κάποιος που έχει ακόμα και σήμερα αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα του.

Οι προσωπικότητες της λογοτεχνίας του περασμένου αιώνα, οι οποίες είναι οικουμενικές και διαχρονικές είναι τόσες πολλές, που δεν φτάνει ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα, που μπορεί να τους χωρέσει όλους. Και όμως, μέσα σε όλο αυτό το ταλέντο, τον συναισθηματικό πλούτο και τις υπέροχες πνευματικές συλλήψεις της λογοτεχνίας, στέκει αγέρωχα, ένας λεπτοκαμωμένος κύριος με καπέλο και μουστάκι. Δεν είναι άλλος από τον Ιρλανδό Τζέημς Τζόις.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι είναι ο μεγαλύτερος λογοτέχνης του περασμένου αιώνα. Δεν είναι επίσης υπερβολή να πούμε, ότι το έργο του άνοιξε νέους δρόμους έκφρασης και διεύρυνε τόσο πολύ τους ορίζοντες σκέψης και αποτύπωσης της κοινωνίας, που πλέον αποτελεί το αρχέτυπο του σύγχρονου λογοτέχνη.

Ο Τζέημς, πρωτότοκο παιδί, δωδεκαμελούς οικογένειας, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και μυθιστοριογράφος, αποτελεί τον θεμέλιο εκφραστή του μοντερνισμού στη λογοτεχνία. Αν και τα έργα του είναι πολύ λίγα – μια ποιητική συλλογή, ένα θεατρικό έργο, δύο συλλογές με διηγήματα και τρία μυθιστορήματα – η επίδραση τους είναι τόσο μεγάλη, που θεωρούνται, και όχι άδικα, τα καλύτερα βιβλία του περασμένου αιώνα.

Και αν η αρχή της συγγραφικής του παραγωγής, υπήρξε συμβατική με τη συλλογή διηγημάτων «Οι Δουβλινέζοι», η συνέχεια, συντάραξε τόσο πολύ τη λογοτεχνία, που ουσιαστικά την αποδόμησε και την έχτισε ξανά από την αρχή.

Με το πιο γνωστό του έργο «Οδυσσέας», το οποίο έγραφε για επτά χρόνια, στη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, δημιούργησε μια θύελλα αντιδράσεων. Οι κριτικοί της εποχής του, το μαύρισαν με τις κριτικές του. Σε Αγγλία και Αμερική απαγορεύτηκε ως πορνογραφικό. Η εμπορική του επιτυχία όμως ήταν – και παραμένει ακόμα – αξιοσημείωτη.

Στο βιβλίο αυτό περιγράφεται μια ημέρα από τη ζωή ενός Δουβλινέζου μεσοαστού, του κυρίου Μπλουμ. Στις 16 Ιουνίου 1904, ο κύριος Μπλουμ γύρισε τα ξημερώματα στο σπίτι του, έχοντας ζήσει τις προηγούμενες ώρες μια σειρά από γεγονότα.

Ο Τζόις, λάτρης της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, και βαθύτατα φιλέλληνας, παραλλήλισε το κάθε κεφάλαιο από τα 18 του βιβλίου του, με τις ραψωδίες από την αγαπημένη του Οδύσσεια. Ο ήρωάς του, σαν νέος Οδυσσέας, περνά όλα τα δεινά και τις περιπέτειες του Οδυσσέα, μέσα σε μια ημέρα και κινούμενος σε όλη την πόλη του Δουβλίνου.

Ο συγγραφέας, χρησιμοποιώντας σε κάθε κεφάλαιο και διαφορετικό τρόπο αφήγησης, μπλέκοντας ιστορικά στοιχεία, αναφορές σε ομότεχνούς του Ιρλανδούς συγγραφείς, και αφιερώνοντας το τελευταίο κεφάλαιο στην πολυαγαπημένη του γυναίκα με έναν υπέροχο τρόπο – το γράφει στη μορφή που του έγραφε αυτή πάντα τα γράμματά της, μια συνεχή ροή κειμένου και σκέψεων, χωρίς ούτε ένα σημείο στίξης – καταφέρνει να δημιουργήσει ένα βιβλίο-εγκυκλοπαίδεια λογοτεχνικής έκφρασης.

Στο τελευταίο του μυθιστόρημα, την «Αγρύπνια των Φίνεγκαν», η τέχνη του απογειώνεται ακόμα περισσότερο. Δημιουργεί ένα βιβλίο – σταθμό στην αγγλόφωνη λογοτεχνία. Είναι ένα έργο, το οποίο λόγω της δομής του και του λεξιλογίου του, δεν μπορεί να μεταφραστεί αυτούσιο σε άλλες γλώσσες. Θα χαθεί η μαγεία και το πνεύμα του.

Η επίδραση του Τζόις στον κόσμο, όχι μόνο τον λογοτεχνικό, γίνεται εμφανής ακόμα και κατά τη διάρκεια της ζωής του. Η περιπέτεια του «Οδυσσέα», καταλήγει να δημιουργήσει μια γιορτή θεσμό, την «Bloomsday». Η 16η Ιουνίου κάθε χρόνο, γίνεται η αφορμή να ξαναζωντανέψει η ιστορία του Λεοπόλδου Μπλουμ, και οι ανά τον κόσμο φανατικοί οπαδοί και αναγνώστες του Τζόις, να πιουν μια Ιρλανδέζικη μπύρα στην υγειά του.

Ο Τζόις, εκμεταλλευόμενος τις γνώσεις που έχει στις γλώσσες και την Ιστορία, μπλέκει στη γραφή του, αρχαία Ελληνικά και Ιρλανδικά, ιστορικά γεγονότα, δανείζεται το ύφος παλαιότερων Ιρλανδών συγγραφέων – κάνοντας με αυτό τον τρόπο ένα αφιέρωμα σε αυτούς – και όλα αυτά, χωρίς να δίνει περιττές για αυτόν εξηγήσεις στον αναγνώστη. Τραβάει τους αναγνώστες του, μέσα στον κόσμο του, χωρίς να τους δίνει όμως ούτε μια μικρή πυξίδα για να προσανατολιστούν και να βρουν το δρόμο για την Ιθάκη. Αυτό έχει σαν συνέπεια, τα βιβλία του να μην είναι για όλους.

Ο Τζόις έχει φανατικούς οπαδούς και φανατικούς εχθρούς. Αυτό είναι ένα ακόμα στοιχείο που δείχνει ότι ο συγγραφέας αυτός κατάφερε να φτιάξει κάτι νέο. Μόνο οι πρωτοπόροι και ρηξικέλευθοι δημιουργοί έχουν τη χαρά να τους μισούν και να τους αγαπάνε ταυτόχρονα με τόσο πάθος. Βλέποντας συνολικά το έργο του, θα βγάζαμε αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο Τζέιμς Τζόις είναι η μεγαλοφυΐα των λέξεων!

Συντάκτης: Νίκος Κομπολάκης,

Από πολύ μικρή ηλικία, καταπιανόμουν με τη συγγραφή και τη μανιώδη ανάγνωση. Το διάβασμα είναι ένας μόνιμος σύντροφος από τα παιδικά μου χρόνια…