Καλλιεργώντας χιούμορ με έμπνευση το Διογένη – Μέρος Β

Συντάκτης: Εύη Ξυραφά, Σύμβουλος προσωπικής ανάπτυξης

Ο καλύτερος τρόπος να διαχειριζόμαστε τους ανθρώπους που μας επιτίθενται ή μας κριτικάρουν είναι με χιούμορ και ετοιμολογία. Στο δεύτερο μέρος του άρθρου, συνεχίζουμε με τις απολαυστικές ατάκες του Διογένη του Κυνικού, ο οποίος ήταν μοναδικός στο να βάζει στη θέση τους, τους επικριτές του…μόνο ανοίγοντας το στόμα του. Ας δούμε γιατί…

  1. Έλεγε ο Διογένης, πως όταν πεθάνει θέλει να τον θάψουν μπρούμυτα. Τον ρώτησαν γιατί, κι εκείνος απάντησε: «Γιατί σύντομα θα ’ρθουν τα πάνω —κάτω».
  2. Σε κάποιον που του υπενθύμισε χλευαστικά μια παλαιότερη παρανομία του (την παραχάραξη του νομίσματος για την οποία οι συμπολίτες του λεγόταν πως τον εκδίωξαν από την Σινώπη), ο κυνικός φιλόσοφος είπε: «Κάποτε ήμουν τέτοιος που εσύ είσαι τώρα, τέτοιος όμως που είμαι εγώ τώρα, εσύ δεν θα γίνεις ποτέ». Όταν οι Αθηναίοι τον κορόιδευαν για τον ίδιο λόγο, λέγοντας πώς οι Συνωπείς τον είχανε εξορίσει, αυτός με αστεϊσμό απαντούσε «Κι εγώ τους καταδίκασα να μείνουν εκεί για πάντα»…
  3. Ο Διογένης βγήκε μια μέρα στην αγορά και άρχισε να φωνάζει:«Ε, άνθρωποι που είστε;». Σαν μαζεύτηκαν κάμποσοι, άρχισε να τους κυνηγά και να τους χτυπά με το ραβδί του, λέγοντάς τους: «Ανθρώπους κάλεσα, όχι παλιανθρώπους».
  4. Όταν ο Διογένης ρωτήθηκε «Αν πεθάνεις, ποιος θα φροντίσει την κηδεία σου;», είπε «Αυτός που θα θέλει το σπίτι μου».
  5. Βλέποντας κάποτε ο Διογένης μια θρησκόληπτη γυναίκα να σκύβει βαθιά στα αγάλματα των θεών, της είπε: «Δεν φοβάσαι, καλή μου, μήπως κανένας θεός από πίσω σε δει έτσι αλλιώς;».
  6. Όταν ο Διογένης αιχμαλωτίστηκε στη μάχη τις Χαιρώνειας και οδηγήθηκε μπροστά στον Φίλιππο, ρωτήθηκε ποιος είναι, και απάντησε: «Ο κατάσκοπος της απληστίας σου».
  7. Όταν ο Διογένης ρωτήθηκε πότε πρέπει να παντρεύεται κάποιος, είπε: «Τους μεν νέους μηδέπω (=όχι ακόμα), τους δε πρεσβυτέρους μηδεπώποτε (=ποτέ)».
  8. Σ’ ένα δείπνο που κάποιοι του έριχναν κόκαλα σαν σε σκύλο, εκείνος σηκώθηκε και τους κατούρησε σαν σκύλος.
  9. Όταν ο Διογένης ρωτήθηκε γιατί οι άνθρωποι ελεούν τους ζητιάνους αλλά όχι τους φιλοσόφους, είπε: «Γιατί κουτσοί και τυφλοί υπάρχει περίπτωση να γίνουν, φιλόσοφοι όμως αποκλείεται».

  1. Όταν ο Διογένης παρουσιάστηκε σε μια ομιλία του ρήτορα Αναξιμένη κρατώντας ένα παστό ψάρι και απέσπασε την προσοχή των ακροατών, ο ρήτορας αγανάκτησε και ο Διογένης είπε: «Ένα τιποτένιο ψάρι διέλυσε την ομιλία του Αναξιμένη».
  2. Όταν κατηγόρησαν τον Διογένη ότι τα πίνει στο καπηλειό, απάντησε: «Μα ναι, πού αλλού να πιω; Και στο κουρείο κουρεύομαι».
  3. Ο Διογένης βλέποντας κάποτε έναν θηλυπρεπή νέο, του είπε: «Δεν ντρέπεσαι να έχεις για τον εαυτό σου χειρότερη γνώμη απ’ αυτή που είχε για σένα η Φύση; Αυτή σε έκανε άνδρα κι εσύ αναγκάζεις τον εαυτό σου να γίνει γυναίκα».
  4. Κάποτε όταν τον ειρωνεύτηκαν πως μπαίνει σε ακάθαρτους χώρους, ο Διογένης τους απάντησε: «Αλλά και ήλιος και ου μιαίνεται» (=κι ο ήλιος μπαίνει σε ακάθαρτους τόπους, αλλά δεν μολύνεται από αυτούς).
  5. Ο Διογένης αυνανιζόταν μπροστά στο πλήθος που μαζευόταν γύρω από το πιθάρι του. Όταν κάποτε ένας παριστάμενος τον ερώτησε πώς και δεν ντρέπεται, αυτός του απάντησε: «Είθε και την κοιλίαν ην παρατρίψαντα και μη πινείν» (=μακάρι να μπορούσα να ανακουφίσω και την πείνα μου, τρίβοντας την κοιλιά μου).
  6. Βλέποντας ο Διογένης τους Μεγαρίτες να χτίζουν μεγάλα τείχη, τους είπε: «Μην έχετε έγνοια πόσο μεγάλα θα είναι τα τείχη, αλλά πόσο μεγάλοι θα είναι εκείνοι που θα σταθούν επάνω σε αυτά».
  7. Ρώτησαν κάποτε τον Διογένη ποια στάση πρέπει να κρατά κάποιος απέναντι στην εξουσία: «Όποια και απέναντι στην φωτιά: να μη στέκεται ούτε πολύ κοντά για να μην καεί, ούτε πολύ μακριά για να μην ξεπαγιάσει».
  8. Ο Διογένης κουβαλούσε μαζί του ό,τι είχε. Σ’ ένα σακούλι είχε συνήθως ψωμί και ελιές. Μια μέρα λοιπόν κάθησε στο μέσο της Αγοράς, άνοιξε το σακούλι του και άρχισε να τρώει. «Καλά, τι τόπος και τι ώρα είναι αυτή που τρως;», τον ρώτησε κάποιος. Κι ο Διογένης τού απάντησε: «Οι πλούσιοι τρώνε όποτε και όπου θέλουν, εγώ όμως ο φτωχός όταν και όπου πεινάω».
  9. Για τις αναθηματικές επιγραφές πιστών που σώθηκαν χάρη σε μια θεότητα, έλεγε: «Θα ήταν πολύ περισσότερες, αν και εκείνοι που δεν είχαν σωθεί είχαν κάνει κι αυτοί αφιερώσεις».
  10. Ένας νεόπλουτος κάλεσε τον Διογένη στην έπαυλή του να του την επιδείξει και να επιδειχθεί. Τον πήγαινε παντού, κομπάζοντας και θριαμβολογώντας. Κάποια στιγμή ο Διογένης γύρισε προς το μέρος του και τον έφτυσε κατά πρόσωπο. «Διογένη, τι κάνεις; Τρελάθηκες;», τον ρώτησε έκπληκτος αυτός. «Όχι. Πολλή ώρα ήθελα να φτύσω και δεν έβρισκα πού. Αποφάσισα τελικά πως το ευτελέστερο μέρος εδώ μέσα είναι το πρόσωπό σου», του απάντησε ο Διογένης ατάραχος.
  11. Όταν ο Διογένης μεγάλωσε πολύ, κάποιοι μαθητές του αγόρασαν έναν δούλο. Αλλά ο Διογένης καθόλου δεν τον χρησιμοποιούσε, μέχρι που βαρέθηκε ο δούλος και σηκώθηκε κι έφυγε. Τότε οι μαθητές του τού είπαν, «Δεν θα καταδιώξεις τον δούλο που απελευθερώθηκε μόνος του, Διογένη;» «Τι λέτε, μωρέ παιδιά;», τους απάντησε. «Εδώ μπορεί ο δούλος χωρίς εμένα. Δεν μπορώ εγώ χωρίς τον δούλο;»…

Συντάκτης: Εύη Ξυραφά, Σύμβουλος προσωπικής ανάπτυξης

Σύμβουλος προσωπικής ανάπτυξης και εκπαιδεύτρια Ανθρώπινου Δυναμικού σε θέματα HR και Επικοινωνίας…