Γιάννης Πουλόπουλος, ο αξεπέραστος ρομαντικός

Συντάκτης: Δανάη Λιάκου

Influence:

Γιάννης Πουλόπουλος, ο αξεπέραστος ρομαντικόςΜέσα σε βαριές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες αλλά σε μια χρυσή και απίθανα γόνιμη δεκαετία για το ελληνικό τραγούδι φύτρωσε και άνθησε σαν λουλούδι μες σε βράχο η ζεστή φωνή του Γιάννη Πουλόπουλου. Πρόκειται για τη φίγουρα από εκείνο το παλικάρι με το ασάλευτο, συχνά ανέκφραστο πρόσωπο που βρισκόταν να τραγουδάει ανάμεσα στα μεγάλα καλλιτεχνικά ονόματα που μεσουρανούσαν τότε στα κινηματογραφικά σαλόνια. Σφραγίζοντας ερμηνευτικά μεγάλα τραγούδια που κρατούν ακόμα την αλήθεια και τη γοητεία τους μέσα στο χρόνο, τραγουδά κάποιους από τους πιο σπουδαίους δημιουργούς. Αποτραβηγμένος από τον Τύπο, σβήνει τα φώτα της προσωπικής του διαδρομής και επιλέγει από νωρίς να κρατήσει ένα κερί να φωτίζει το δρόμο του πετώντας από πάνω του όλη τη χρυσόσκονη της δημοσιότητας.

Πέτρινα χρόνια

Ο Γιάννης Πουλόπουλος γεννήθηκε στην Καρδαμύλη της Μάνης το 1942. Μεγάλωσε στην Αθήνα, σε μια γειτονιά στο Περιστέρι. Ο πρόωρος χαμός της μητέρας του τον ανάγκασε από πολύ νωρίς να αφήσει τα παιδικά του όνειρα στις αλάνες που έπαιζε ποδόσφαιρο. Με πατέρα εργάτη ήταν επιτακτική η ανάγκη από την ηλικία των 11 χρόνων να δουλεύει κυρίως στην οικοδομή, προκειμένου να συμπληρώσει το πενιχρό εισόδημα της οικογένειας. Εναποθέτοντας τις καινούργιες του ελπίδες στη γνώση που του προσφέρουν τα δανεικά βιβλία που έχει για να διαβάζει, ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους μαθητές του νυχτερινού σχολείου με εξαιρετικές επιδόσεις.

Χωρίς κάποια καλλιτεχνική φλέβα από καταγωγής, αρχίζει να καταλαβαίνει ότι μπορεί να τραγουδήσει ακούγοντας ραδιόφωνο. Οι φωνές των άλλων τον έκαναν να αντιληφθεί τις δικές του δυνατότητες. Μάλιστα, έχει δηλώσει πως οι κακοί τραγουδιστές που τρύπωναν στα αυτιά του ήταν αυτοί που αποτέλεσαν την κινητήριο δύναμη, για να τον ωθήσουν να ασχοληθεί με το τραγούδι, έχοντας εμπιστοσύνη σ΄αυτό που ένιωθε να του γαργαλάει τις φωνητικές χορδές παλεύοντας να βγει έξω, η έκταση και το ηχόχρωμα μιας μεγάλης φωνής.

Γιάννης Πουλόπουλος, ο αξεπέραστος ρομαντικόςΤα πρώτα βήματα

Τελειώνει κάποια τεχνική σχολή και αποφασίζει μετά από παρότρυνση των φίλων του να παρουσιαστεί σε ακρόαση στην Columbia. Μετά από αρκετές ανεπιτυχείς προσπάθειες, για να του κλείσουν το πολυπόθητο ραντεβού και μετά από πολλά χαμένα μεροκάματα, μιας και οι ώρες που πήγαινε ήταν πάντα πρωινές, με πείσμα και επιμονή κατορθώνει να εξασφαλίσει ακρόαση. Μπρος σε μια επτροπή αποτελούμενη από ονόματα του βαρέως πυροβολικού του καλλιτεχνικού καφενείου, όπως Καλδάρας, Τσιτσάνης και άλλοι, με μια ριψοκίνδυνη επιλογή ενός θεοδωρακικού άσματος, «Μάνα μου και Παναγιά» και σε αντίθεση με τα πιο λαϊκότροπα κομμάτια των έτερων υποψηφίων, κερδίζει τις καλύτερες εντυπώσεις από το Μίκη Θεοδωράκη.

Ο Θεοδωράκης είναι ο πρώτος που αντιλαμβάνεται ενστικτωδώς αυτό το ακατέργαστο διαμάντι. Τον παίρνει κοντά του και το 1963 του προσφέρει την ευκαιρία της παρθενικής δισκογραφικής του εμφάνισης με τα τραγούδια «Στρώσε το στρώμα σου για δυο», «Δόξα τω Θεώ» και «Το ψωμί είναι στο τραπέζι» που έντυσαν το θεατρικό έργο «Η γειτονιά των Αγγέλων». Πρωταγωνιστές ήταν η Τζένη Καρέζη και ο Νίκος Κούρκουλος. Ξεκινά να τραγουδά σε μπουάτ της Πλάκας και 4 χρόνια αργότερα βρίσκεται στη Λύρα ηχογραφώντας επανεκτελέσεις κάποιων τραγουδιών του ίδιου συνθέτη, όπως «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», «Βράχο βράχο τον καημό» και άλλα. Μπαίνει στη μουσική θάλασσα του Νέου Κύματος με το Σαββόπουλο να πρωτοστατεί μαζί με τους Καίτη Χωματά, Γιάννη Σπανό και άλλους. Εντάσσεται στο ρεύμα της εποχής και το 1967 ηχογραφεί τον πρώτο μεγάλο δίσκο έχοντας συγκεντρωμένα διάφορα τραγούδια του που υπήρχαν μέχρι τότε μόνο σε 45αρια δισκάκια.

Γιάννης Πουλόπουλος, ο αξεπέραστος ρομαντικόςΟ δρόμος τον ακολουθεί

Μια σημαδιακή νύχτα του 1969 σκόρπια χαρτιά πάνω στο γραφείο του Λευτέρη Παπαδόπουλου τράβηξαν το βλέμμα του Μίμη Πλέσσα που είχε πάει να τον επισκεφτεί και αποτέλεσαν την αφορμή για να γεννηθεί ένα μουσικό αριστούργημα. Ήταν ένα έργο γεμάτο από παιδικές θύμησες και τρυφερούς εφηβικούς έρωτες με ψήγματα μιας αδιόρατης μελαγχολίας από το σκοτεινό κλίμα της γερμανικής κατοχής. Κάπως έτσι, παίρνει σάρκα και οστά ο «Δρόμος». Πρόκειται για μία από τις δυνατότερες στιγμές της ελληνικής μουσικής δημιουργίας με μια ηχογράφηση να βγαίνει αβίαστα μέσα σε λίγες ώρες και να αποτελεί τη μεγαλύτερη εισπρακτικά δισκογραφική δουλειά. Οι ερμηνείες των 12 αυτών υπέροχων τραγουδιών πρωτίστως του Πουλόπουλου και ύστερα των εξαιρετικών Ρένας Κουμιώτη και Πόπης Αστεριάδη γνώρισαν την καθολική αποδοχή από τον κόσμο στιγματίζοντας με τον καλύτερο τρόπο την πορεία του Πουλόπουλου.

Ο «Δρόμος» περιελάμβανε εκτός από αυτά τα 12 κομμάτια και ακόμα δύο, τα οποία όμως και κόπηκαν από τη λογοκρισία. Στην ομώνυμη θεατρική παράσταση με κείμενα πρόσθετα του Παπαδόπουλου εμφανίζονταν επι σκηνής η Κουμιώτη με τον Πουλόπουλο ερμηνεύοντας τα απαγορευμένα τραγούδια «Μίλα μου για τη λευτεριά» και «Έξι άντρες» χωρίς μικρόφωνο αντιμετωπίζοντας αποθεωτικές αντιδράσεις από τον κόσμο. Η παράσταση, της οποίας αποδώθηκε ο χαρακτηρισμός της αντιστασιακής πράξης από τον Απόστολο Κακλαμάνη, αποτέλεσε καθαρό γάργαρο νερό στα βρώμικα λιμνάζοντα ύδατα της χούντας, γι’ αυτό και τέσσερις μήνες μετά την θριαμβευτική επιτυχία της, διακόπηκε εντελώς ξαφνικά.

Η παρουσία του σε πληθώρα από ελληνικές ταινίες όπως «Οι θαλασσιές οι χάντρες» και «Γοργόνες και μάγκες» με τη σκηνοθετική επιμέλεια του Γιάννη Δαλιανίδη και πολλές ακόμα άλλων σκηνοθετών, αποτέλεσε το εισιτήριο για την καθιέρωσή του στον καλλιτεχνικό στερέωμα. Έχει στο ενεργητικό του γύρω στους 25 προσωπικούς δίσκους και περίπου 10 ακόμα συμμετοχές σε άλλους. Σε μια γεμάτη διαδρομή είχε την ευλογία να μοιραστεί σπουδαίες καλλιτεχνικές στιγμές με εξαιρετικούς συνθέτες όπως οι Λοϊζος, Κουγιουμτζής, Σπανός, Μαμαγκάκης, Γιάννης Γλέζος , Κατσαρός και άλλοι. Έγινε ο χρυσός ενδιάμεσος για να μουρμουρίσουμε τα λόγια από σπουδαίους στιχουργούς όπως οι Πυθαγόρας, Λίνος Κόκκοτος, Άκος Δασκαλόπουλος καθώς και μελοποιημένους ποιητές όπως οι Λόρκα και Νερούντα με την απίθανη πινελιά διασκευής του Λευτέρη Παπαδόπουλου, ο οποίος είχε χαρακτηρίσει την απόδοσή του καταπληκτική.

Γιάννης Πουλόπουλος, ο αξεπέραστος ρομαντικόςΗ δωρική μουσική προσωπικότητα

Μια μελωδική φωνή με απεριόριστες δυνατότητες και μια χροιά ξεχωριστή σε συνδυασμό με το μοναδικό τρόπο ερμηνείας του, τοποθετούν τον Πουλόπουλο στα ψηλότερα σκαλοπάτια των σπουδαίων Ελλήνων ερμηνευτών. Πατάει με απίστευτη αρτιότητα επάνω στις νότες τραβώντας την κάθε συλλαβή, όσο πρέπει χωρίς να χωλαίνει πουθενά, ενώ την ίδια στιγμή κατορθώνει να προκαλέσει στον ακροατή το συναίσθημα της ιστορίας του τραγουδιού.

Είναι ο νεαρός με το γαλάζιο ντροπαλό βλέμμα που μας τραγούδησε μέσα από τη μεγάλη κινηματογραφική οθόνη «Έκλαψα χτες..» και «Θα πιω απόψε το φεγγάρι..».Είναι η φιγούρα του άντρα που τραγουδά με σπαραγμό γι’ αυτούς που φεύγουν και η θολή ματιά του μεθυσμένου που περιμένει την αγαπημένη του και σιγοτραγουδά «Αγάπη μου, άργησες να ‘ρθεις και μ’ έπιασε το βράδυ..». Την περιμένει γεμάτος πόνο και καημό, για να της πει «Μια φορά μονάχα φτάνει να ραγίσει το γυαλί..». Όταν βγαίνει στη γειτονιά και η Μυρσίνη βαζει τ’ άσπρα, τ’ όνειρο ζωντανεύει και εκείνος νοσταλγεί το κορίτσι του που μέθυσε και τώρα δεν το έχει πια. Κατηφορίζει και τραγουδά «Να ‘χα τη δύναμη τα βράχια να κυλήσω, να μην αφήσω δρόμο για το χωρισμό..» και κάπου σε μια γωνιά ένα άγαλμα στέκει βουρκωμένο και τον κοιτάζει.

Γιάννης Πουλόπουλος, ο αξεπέραστος ρομαντικόςΑνθρώπινη υπόσταση

Σε όλη του την πορεία η ιδιότητά του περιορίζεται κυρίως σ’ αυτήν του ερμηνευτή. Όμως, ως γνήσιος καλλιτέχνης με ανησυχίες και ευαισθησίες δεν αρκέστηκε μόνο στην ερμηνεία των τραγουδιών αλλά επιδόθηκε και στη δημιουργία στίχων και μουσικής σε κάποια λιγοστά κομμάτια που ερμήνευσε ο ίδιος. Το πιο επιτυχημένο από αυτά ήταν το «Θα ‘θελα να χα». Περιγράφει μέσα σε λίγους στίχους την ερμητικά κλειστή ιδιοσυγκρασία του και φυλακίζει αυτό που για εκείνον είναι η προϋπόθεση της ευτυχίας, μια αγάπη μόνο και μια ημέρα όλο πουλιά.

«Αν γυρίσω πίσω το νου και τα μάτια μου, θα δω ότι έχω κάνει κάτι. Αν κοιτάξω μπροστά, κάθε μέρα νομίζω, ότι ξεκινάω τώρα.», αυτά ήταν τα λόγια του σε κάποια συνέντευξή του το 1995. Με χαμηλών τόνων προφίλ και ιδιαίτερα κλειστός χωρίς φιλίες από το χώρο της δουλειάς του διατήρησε πάντα τη δική του στάση απέναντι στα πράγματα. Υπήρξε από τους πρώτους καλλιτέχνες που σηκώθηκαν από την καρέκλα και αυτός που ξεκίνησε να παροτρύνει τον κόσμο να τραγουδήσει μαζί του. Απόλυτος και σταθερός στα προσωπικά του πιστεύω αρνείται πεισματικά να συμμετέχει σε οτιδήποτε υποβαθμίζει την ποιότητα και την αισθητική της δουλειάς του.

Σε αντίθετο ρεύμα από αυτό των νυχτερινών κέντρων σταμάτησε πολύ νωρίς τις εμφανίσεις σε αυτά, με τελευταία παρουσία στην Πύλη Αξιού, στην καρδιά της πλανεύτρας νύφης του Θερμαϊκού. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 είναι παντρεμένος με τη Μπέτυ Κοκκινάκη με την οποία έχουν αποκτήσει μία κόρη, την Αλεξάνδρα-Χριστίνα.

Γιάννης Πουλόπουλος, ο αξεπέραστος ρομαντικόςΟ Γιάννης Πουλόπουλος σεμνός και μετρημένος πάντα, κέρδισε την εμπιστοσύνη του μουσικού ακροατηρίου μέσα από μια διαδικασία σκληρής δουλειάς και συνεχούς προσπάθειας να κάνει ένα βήμα τη φορά. Δεν υπήρξε ποτέ μέλος του συστήματος των μέσων προβολής κρατώντας σε όλη τη διαδρομή του μια απόμακρη στάση και ακολουθώντας πάντα το ένστικτό του. Σημείωσε αξεπέραστες ερμηνείες σε τραγούδια που συνοδεύουν μέχρι και σήμερα σημαντικές στιγμές από τη ζωή μας και χωρίς αυτά θα ήταν οπωσδήποτε λειψές. Στο νου μας είναι πάντα αυτός ο νέος με την αισθαντική φωνή που στέκεται με μια κιθάρα σε μια φτωχογειτονιά τραγουδώντας «..ξημερώνει Κυριακή, μη μου λυπάσαι, είναι όμορφη η ζωή, να το θυμάσαι..».

Κυνήγι θησαυρού στο flowmagazine

Συντάκτης: Δανάη Λιάκου,

Influence:

Αρθρογράφος του flowmagazine.gr.