Γιαγιάδες, η μεγαλύτερη ευλογία της ζωής μας

Συντάκτης: Μαρίνα Σίσκου

Οι γονείς, τα αδέλφια μας, οι φίλοι μας, δάσκαλοι, καλοί γείτονες και πολλοί ακόμη άνθρωποι είναι δώρα στη ζωή μας και είμαστε τυχεροί που τους έχουμε να μας αγαπούν άνευ όρων και να στέκονται στο πλευρό μας όταν τους έχουμε ανάγκη. Υπάρχει όμως μία ξεχωριστή φιγούρα που έχει μία ξεχωριστή θέση στην καρδιά μας και αυτή είναι η γιαγιά μας.

Από τα παιδικά μας χρόνια, η σχέση μας με τη γιαγιά είναι ιδιαίτερη. Ως παιδιά, δε βλέπαμε την ώρα να μάς φιλοξενήσει το βράδυ στο σπίτι της, γιατί εκείνη πάντα ήξερε πώς να μας ευχαριστεί και να μας παρηγορεί όταν ήμασταν λυπημένοι. Ανεξάρτητα από το τι κάναμε τις ώρες που ήμασταν μαζί της, πάντα περνούσαμε μοναδικά επειδή η συντροφιά της γιαγιάς ήταν κάτι διαφορετικό από εκείνη των γονιών.

Η γιαγιά μάς πήγαινε βόλτες στην παιδική χαρά, φτιάχναμε μαζί της κουλουράκια, μάς πήγαινε για φαγητό, κάναμε παρασπονδίες με τη συναίνεσή της, παίζαμε «μουτζούρη», μάς έκανε αφρόλουτρο για ώρα και τρώγαμε γλυκά ελεύθερα.

Κάναμε μαζί της όλες τις γλυκές συνομωσίες. Στο σπίτι της γιαγιάς αισθανόμασταν μεγάλη ελευθερία, αφού εκεί δεν υπήρχαν οι κανόνες του σπιτιού των γονιών, ούτε οι τιμωρίες. Στο σπίτι εκείνο υπάρχει η επιτομή της παιδικότητάς μας, γιατί εκεί μπορούσαμε να είμαστε ο εαυτός μας. Η γιαγιά ήταν ο άνθρωπος που φρόντιζε να μη μας λείψει τίποτα και χαιρόμασταν που μας καμάρωνε καθώς μεγαλώναμε.

Όσο τα χρόνια περνούσαν οι βόλτες και οι εκδρομές με τη γιαγιά αραίωναν και η γιαγιά δεν ήταν πια το ίδιο συχνά στην καθημερινότητά μας. Τα μαθήματα του σχολείου γινόντουσαν πιο απαιτητικά, οι υποχρεώσεις, οι δραστηριότητες και οι φίλοι μας απαιτούσαν περισσότερο χρόνο. Έτσι, οι στιγμές με τη γιαγιά γινόντουσαν πιο λίγες, αλλά πιο πολυπόθητες.

Όσο μεγαλώναμε συνειδητοποιούσαμε πόσο μεγάλη αξία έχει αυτή η γυναίκα στη ζωή μας. Μπορεί ο χρόνος που τής αφιερώναμε να λιγόστευε. Η σκέψη της όμως δεν έπαυε να μας απασχολεί. Ακόμα και αν δεν τη βλέπαμε πλέον το ίδιο τακτικά, αφού αφιερώναμε όλο μας το χρόνο στους φίλους και τις παρέες μας, η γιαγιά δεν ήθελε να μας δημιουργεί ενοχές επειδή εκείνο που ήθελε ήταν να περνάμε καλά και να χαιρόμαστε, ακόμη και μακριά της.

Κάθε φορά που αναπολούμε αυτές τις στιγμές συνειδητοποιούμε πόσο ιδιαίτερη θέση έχει στην καρδιά μας. Δεν υπάρχει κάποιο άλλο πρόσωπο με το οποίο θα μπορούσαμε να συγκρίνουμε τη γλυκύτητα, το νοιάξιμο και την αγνότητα της γιαγιάς. Αυτά είναι στοιχεία που έχουν παραμείνει αναλλοίωτα στον χρόνο και εξακολουθούμε να τα αισθανόμαστε ακόμη και σήμερα.

Μάλιστα, ίσως ακόμη να πηγαίνουμε μαζί της βόλτες ή να μας μαγειρεύει το αγαπημένο μας φαγητό αφού ξέρει τη σημασία του καλού φαγητού, όπως κανείς άλλος. Η γιαγιά δεν ξεχνά να στέλνει χαρτζιλίκι στα εγγόνια της που σπουδάζουν, λες και ξέρει από πρώτο χέρι πόσο δύσκολα περνούν σ’ αυτήν την περίοδο της ζωής τους.

Μας βοηθάει ακόμη με τα ψώνια των Χριστουγέννων και δεν παραλείπει να νοιάζεται ρωτώντας για κάθε τι νεότερο που συμβαίνει στη ζωή μας, γιατί έτσι χαίρεται και η ίδια. Η γιαγιά εξακολουθεί να μας αγαπάει άνευ όρων.

Για όλα τα παραπάνω η γιαγιά μας- είτε το γνωρίζουμε είτε όχι- είναι η μεγαλύτερη ευλογία της ζωής μας και έτσι θα παραμείνει.

Συντάκτης: Μαρίνα Σίσκου,

Αρθρογράφος του flowmagazine.gr