22/08/2017

Τζιμ Μόρισον - Ο σκοτεινός ποιητής της Ροκ

Ο χώρος της Ροκ μουσικής ανέκαθεν έβριθε από παραδείγματα καλλιτεχνών, οι οποίοι έζησαν τη ζωή τους στα άκρα. Αγαπήθηκαν από τον κόσμο, βίωσαν τη λάμψη που έχει η τέχνη τους, έδωσαν διεξόδους για διασκέδαση, σκέψη και ονειροπόληση, αφέθηκαν σε καταχρήσεις και κατέληξαν να φύγουν νέοι, αιώνιοι και άφθαρτοι στις συνειδήσεις μας.

Από τους πιο γνωστούς και συμβολικούς πλέον καλλιτέχνες της Ροκ σκηνής στις χρυσές δεκαετίες ‘60-‘70, είναι ο Τζιμ Μόρισον. Λατρεύτηκε όσο λίγοι. Αγαπήθηκε σε βαθμό υστερίας. Ήταν από τις επιδραστικότερες φυσιογνωμίες στην ιστορία του ροκ εν ρολ και έγινε σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς καλλιτεχνών και ανθρώπων, οι οποίοι ήθελαν να ζήσουν μια ζωή χωρίς ενοχές και κανόνες. 

Τα πρώτα χρόνια

Ο Τζείμς Ντάγκλας Μόρισον, όπως ήταν το πλήρες όνομα του, γεννιέται στις 8 Δεκεμβρίου του 1943 στη Μελβούρνη της Φλώριδας. Ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός και μαζί με τη γυναίκα του μεγάλωσαν τα παιδιά τους σε ένα αυταρχικό περιβάλλον με αυστηρούς κανόνες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Μόρισον να αναπτύξει μια ιδιόρρυθμη επαναστατικότητα, να αναζητήσει στη ζωή του την ελευθεριότητα και να την εφαρμόσει στην πιο ακραία της μορφή.

Η καλλιτεχνική του φύση δεν αργεί να εκδηλωθεί. Παρακολουθεί μαθήματα κινηματογράφου και θεάτρου, διαβάζει Γουίλιαμ Μπλέικ και Νίτσε, ενδιαφέρεται για την ποίηση ενώ συχνά πειραματίζεται με τα ναρκωτικά. Το 1965, ενώ φοιτεί στο Πανεπιστήμιο του Λος Άντζελες (UCLA), ιδρύει μαζί τον συμφοιτητή του Ρέι Μάντζαρεκ το συγκρότημα «The Doors». Το όνομα ήταν μια έμπνευση επηρεασμένη από το βιβλίο του Άλντους Χάξλεϊ «The Doors of Perception” και καταδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο την ιδιαιτερότητα του Μόρισον και του συγκροτήματος γενικότερα.

Ο Μόρισον στη σκηνή- μια πολύπλευρη προσωπικότητα

Με επιρροές από μπλουζ, με συμμετοχή πλήκτρων αντί του πιο κλασικού μπάσου, με στίχους στα όρια του σουρεαλισμού και με τη συνεχή προκλητική σκηνική παρουσία του Τζιμ, το συγκρότημα αποκτά φανατικούς οπαδούς, αλλά και πολλούς εχθρούς. Η σκηνή τον απελευθέρωνε. Ο συνδυασμός ναρκωτικών και επαναστατικής διάθεσης συχνά τον οδηγούσε σε ακρότητες και προκλήσεις. Στόχος του ήταν τα συντηρητικά αμερικάνικα ήθη με σωρεία βλασφημιών και προσβολών. Αποτέλεσμα των προκλήσεων αυτών ήταν να ακυρωθούν συχνά πολλές τους συναυλίες και μάλιστα να συλληφθεί το 1969 σε μια από αυτές την ώρα που τραγουδούσε, επειδή έδειξε τα γεννητικά του όργανα στο κοινό. Κανείς άλλος καλλιτέχνης δεν έχει συλληφθεί στην ιστορία της Ροκ την ώρα που τραγουδά. Η πρόκληση και η αυτοκαταστροφική του διάθεση ήταν εμφανής σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του.

Ο Μόρισον ήταν ο βασικός στιχουργός του συγκροτήματος. Διάβαζε πολύ και ήταν επηρεασμένος σε μεγάλο βαθμό από τους σκοτεινούς ποιητές του 18ου και 19ου αιώνα Μλέικ, Ρεμπώ και Μποντλέρ. Επίσης, είχε μελετήσει τη φιλοσοφία του Νίτσε και είχε ερεθίσματα από το συγγραφέα Κέρουακ και τη «Γενιά του Μπητ». Κάποιοι χαρακτηρίζουν τους στίχους των τραγουδιών τους ως ψυχεδελική ποίηση, έκφραση εκτόνωσης και διαμαρτυρίας απέναντι σε μια φιλοπόλεμη και συντηρητική εποχή και γι' αυτό ο Μόρισον δεν είχε μόνοι οπαδούς αλλά πιστούς και ακόλουθους. Η εκρηκτική του παρουσία προκαλούσε παραλήρημα, αν και συχνά αυτή στρεφόταν εναντίον του συγκροτήματος, καθώς και του ίδιου του Μόρισον.

Κυρίαρχος και δέσμιος του εαυτού του

Ο Μόρισον ήταν ένας πολύ ευφυής άνθρωπος – υπολογίζεται ότι το IQ του ήταν πάνω από 140 – αλλά επίσης, ένας άνθρωπος δέσμιος των παθών του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, από πολύ νωρίς να βουτήξει στις καταχρήσεις. Αλκοόλ, πολλά και διαφορετικά ναρκωτικά – LSD, κοκαΐνη, ηρωίνη – κι άφθονο περιστασιακό σεξ με διάφορες θαυμάστριές του. Οι καταχρήσεις έφθειραν τόσο πολύ το σώμα του, που τον οδήγησαν στον πρόωρο θάνατο. Στις 3 Ιουλίου το 1971, στη σημαδιακή ηλικία των 27 ετών, ο Μόρισον φεύγει από τη ζωή με ανακοπή καρδιάς. Οι χρόνιες καταχρήσεις και μια υπερβολική δόση ηρωίνης τον οδηγούν στο μοιραίο. Η ηλικία του, σαν από παιχνίδι της μοίρας, είναι η ίδια με δύο άλλων καλλιτεχνών της γενιάς του, που είχαν πεθάνει με παρόμοιο τρόπο νωρίτερα. Μετά τον Χέντριξ και την Τζάνις, ο Τζιμ έρχεται να κλείσει έναν κύκλο.

Αν ζούσε περισσότερο, το πιθανότερο ήταν να αφοσιωνόταν στη συγγραφή. Με το συγκρότημα του είχαν διακόψει τη συνεργασία και είχε μετακομίσει στο Παρίσι για να ασχοληθεί με ηρεμία με τη δεύτερη μεγάλη του αγάπη, την ποίηση. Λίγο πριν πεθάνει, είχε ήδη εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές.

Η κληρονομιά και η υστεροφημία του

Τάφηκε στο παρισινό νεκροταφείο «Περ Λασέζ» στη «γωνιά των ποιητών», δίπλα στα ινδάλματα του Μπαλζάκ, Μολιέρο και τον Όσκαρ Γουάιλντ. Στον τάφο του– το τέταρτο πιο επισκέψιμο σημείο της πόλης μετά τον πύργο Άιφελ, το Λούβρο και την Παναγία των Παρισίων – υπάρχει η επιγραφή «Κατά τον δαίμονα εαυτού», η οποία περιγράφει αυτόν που ζει με βάση τον τρόπο σκέψης του, ελεύθερος από προκαταλήψεις και κοινωνικούς κανόνες. Η φράση αυτή αντικατοπτρίζει απόλυτα έναν άνθρωπο που στο πολύ σύντομο διάστημα της ζωής του προσπάθησε να διευρύνει το ασυνείδητό του και να ικανοποιήσει τις πιο ανομολόγητες επιθυμίες του. Η αυτοκαταστροφή του μέσα από τη βία, το σεξ, τα ναρκωτικά και το αλκοόλ φαίνονταν να ήταν ο μόνος δρόμος προς την αυτοπραγμάτωση του και την έκφρασή του και ο θάνατός του τον κατέστησε αιώνιο και αθάνατο στις συνειδήσεις των θαυμαστών του. Μέσα σε μόλις λίγα χρόνια ζωής και παρουσίας άλλαξε τη μορφή της μουσικής, της στιχουργικής και της σκέψης και θεωρείται ακόμα και σήμερα ένας από τους σημαντικότερους τραγουδοποιούς της Ροκ του περασμένου αιώνα, και ίσως ο πιο ταλαντούχος στιχουργός.

Ήταν ο σκοτεινός ποιητής της Ροκ.


Share |