26/04/2017

Θεραπευτική συμμαχία

Συντάκτης: Αλεξία Νταλούκα, 07/04/2017

Στις περισσότερες καταστάσεις της ζωής μας η επικοινωνία παίζει κυρίαρχο ρόλο όσον αφορά την έκβαση μιας υπόθεσης.  Κατά ανάλογο τρόπο, και σε μια ψυχοθεραπευτική συνεδρία, κομβικό σημείο αποτελεί η σύνδεση που δημιουργείται μεταξύ συμβούλου και συμβουλευόμενου που αποδίδεται με τον όρο θεραπευτική συμμαχία.

Ο Carl Rogers καθιέρωσε στο χώρο της συμβουλευτικής και ψυχοθεραπείας τα τρία στοιχεία που οικοδομούν μια ποιοτική θεραπευτική σχέση επικοινωνίας, κατανόησης και εμπιστοσύνης, τα οποία αφορούν την ενσυναίσθηση, την αυθεντικότητα και την άνευ όρων αποδοχή του συμβουλευόμενου.

Ο Rogers ορίζει την ενσυναίσθηση ως «την ικανότητα του θεραπευτή να καταλαβαίνει το εσωτερικό πλαίσιο αναφοράς του πελάτη με ακρίβεια και με τα συναισθηματικά και νοητικά στοιχεία που εμπεριέχονται σαν να ήταν ο θεραπευτής το ίδιο το άτομο, αλλά χωρίς ταυτόχρονα να χάνει την ιδιότητα του». Πρόκειται για μια ικανότητα που δεν αφορά μονάχα την κατανόηση των λεγομένων, αλλά και την αποκρυπτογράφηση των όσων δεν λέγονται.

Η άνευ όρων αποδοχή δεν είναι μια τεχνική, αλλά μια στάση την οποία πρώτα από όλα ο θεραπευτής πρέπει να έχει ενσωματώσει στην προσωπική του κοσμοθεωρία, πέρα από τα όρια της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας. Αποδοχή δίχως όρους σημαίνει απεριόριστη δεκτικότητα και ευνοϊκή προδιάθεση προς τον συμβουλευόμενο. Ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνες που ο θεραπευτής διαφωνεί με όσα ακούει ή θεωρεί ότι είναι «λανθασμένα» οφείλει να δημιουργεί ένα κλίμα εμπιστοσύνης μέσα στο οποίο θα μπορέσει ο συμβουλευόμενος να εκφραστεί ελεύθερα και να μην υιοθετήσει για ακόμη μία φορά προστατευτικούς αμυντικούς μηχανισμούς. Ο σύμβουλος υιοθετώντας στάση αποδοχής απέναντι στο συμβουλευόμενο, του επιτρέπει να αντιμετωπίσει τον εαυτό του με μεγαλύτερη επιείκεια και να αποδεχτεί πτυχές της προσωπικότητας του, τις οποίες θεωρεί κατακριτέες.

Η θεραπευτική συνθήκη της αυθεντικότητας προστέθηκε από τον Rogers στις άλλες δύο συνθήκες το 1957, όταν διαπίστωσε πως η πελατοκεντρική θεραπεία μπορούσε να υποβιβαστεί σε μια τεχνική, μια ξύλινη γλώσσα, όταν κάποιος δεν είναι ο εαυτός του στη σχέση του με τον συμβουλευόμενο. Έτσι λοιπόν, ο Rogers υιοθετεί την συνθήκη της αυθεντικότητας, ως απαραίτητη προϋπόθεση για να αισθανθεί ο συμβουλευόμενος ασφαλής και να πάρει το ρίσκο να διεισδύσει σε πιο βαθιά επίπεδα επικοινωνίας με τον εαυτό του. Η ενσυναίσθηση και η άνευ όρων αποδοχή αποδεικνύονται πλέον χρήσιμες, μόνο εάν πραγματώνονται κατά ένα αυθεντικό τρόπο. 

Οι «στάσεις» που οριοθετούν την αυθεντικότητα είναι δύο. Η πρώτη αφορά την αυθεντικότητα της συμπεριφοράς του θεραπευτή, με την έννοια ότι ο θεραπευτής οφείλει να είναι ο εαυτός του, να συμπεριφέρεται φυσιολογικά και αβίαστα. Οφείλει να είναι απλός, προσιτός και όχι εγκλωβισμένος στο ρόλο του ειδικού ή του επιστήμονα. Η δεύτερη στάση αφορά την αρμονία του θεραπευτή με τον εσωτερικό του κόσμο που θα του επιτρέψει να μην ταυτιστεί και ενδεχομένως εμπλέξει δικά του βιώματα και προβλήματα  μέσα στην θεραπευτική διαδικασία.

Εκτός από την ικανότητα διάκρισης, πολύ σημαντικό είναι και το στοιχείο του σεβασμού που θα πρέπει να διαπνέει κάθε θεραπευτική συνάντηση. Μέσα από μια τέτοια ατμόσφαιρα σεβασμού και εμπιστοσύνης,  θα είναι δυνατόν για τον άνθρωπο που αναζητά στήριξη και βοήθεια να εργαστεί ειλικρινώς με τα εσωτερικά και εξωτερικά του συμπλέγματα και να συνεχίσει την πορεία του προς την αυτοπραγμάτωση.

Βιβλιογραφία:

Μαλικιώση-Λοΐζου, Μ. (1999), Συμβουλευτική Ψυχολογία, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.

Ποταμιάνος, Γ. (1999). Θεωρίες προσωπικότητας και κλινική πρακτική, Αθήνα.

McLeod, J. (2003), Εισαγωγή στη Συμβουλευτική, Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, Αθήνα.

Rogers, C. (2006), Το γίγνεσθαι του προσώπου. Η ματιά του θεραπευτή στην ψυχοθεραπεία, Εκδόσεις Ερευνητές, Αθήνα.

Rogers, C. (2006), Ένας τρόπος να υπάρχουμε, Εκδόσεις Ερευνητές, Αθήνα.


Share |