28/04/2017

Συνέντευξη με τη Μελίνα Κανά

Συντάκτης: Δανάη Λιάκου, 04/10/2013

Συνέντευξη με τη Μελίνα ΚανάΜια ξαφνική απουσία τρίζει μέσα στη σιωπή. Ένα αόρατο μεγάλο απαγορευτικό βάζει τους κανόνες. Να μην ακουστούν μουσικές. Να μην ξεμυτίσουν τραγούδια από τα στόματα που διπλώνουν από τον πόνο της απώλειας. Μικρό κορίτσι η Μελίνα κρύβεται στο μπάνιο και αρχινάει ένα γνώριμο σκοπό. Είναι εκείνος της γιαγιάς της. Δεν είναι εδώ να την ακούσει. Θυμάται. Οι χούφτες κρατάνε το πρόσωπο. Τα χείλη τρεμάμενα ορμάνε στα λόγια. Τα μάτια παραδίνονται στη συγκίνηση. Κλαίει και τραγουδάει. Από τότε είναι λύτρωση το τραγούδι. Της ανοίγει δρόμο για τον ήλιο της μέρας της και το φεγγάρι της νύχτας της. Της θυμίζει την ανατολή της ζωής μέσα στη δύση του θανάτου. Της επουλώνει τα τραύματα και ημερεύει το ένστικτο. Ίδιο μ’ αυτό που έφερε τα βήματά μας στην πόρτα του σπιτιού της. Σίγουροι για τούτο το πλάσμα. Ησυχία μες στην πολλή φασαρία. Αρχοντιά μέσα στο λίγο των καιρών. Πάνε χρόνια που ψιθυρίζει. Συνομιλεί με τον έρωτα. Σταθερά επιλεκτική από το ξεκίνημά της μέχρι σήμερα καταλήγει πάντοτε σε ιδιαίτερα αλλά όχι απρόσιτα μουσικά μονοπάτια. Είναι οικεία, γιατί έχουν κάτι από το πρωτογενές υλικό της. Αυτό που μας γοητεύει και μελώνει την καρδιά μας στο άκουσμά της.

Το χέρι έχει κιόλας μηχανικά χτυπήσει το κουδούνι. Ο σφυγμός μας ζωηρεύει. Το flowmagazine.gr είναι εδώ. Εκείνη στέκεται στην είσοδο. Με μια ζεστή χειρονομία μας καλεί μέσα. Όλη η αμηχανία πέφτει καταγής. Όμορφη. Στολισμένη μ’ ένα χαμόγελο γλυκό ξαπλωμένο από τη μια άκρη ως την άλλη. Όλοι οι κύκλοι της διαδρομής της κουλουριασμένοι στο βλέμμα της. Μας αφήνει να κοιτάξουμε από κοντά, να βρούμε την άκρη και να πιάσουμε το νήμα. Να γνωρίσουμε την αλήθεια της. Να γνωρίσει την αγάπη μας. Ο φωτισμός διακριτικός. Δεν χτυπάει στα μάτια. Τα μέσα μας παράθυρα ανοίγουν. Η θέα δεν περιγράφεται. Η βόλτα μας μόλις ξεκινήσε...

-Στις 5 Οκτωβρίου θα συμμετέχετε μαζί με άλλους καλλιτέχνες σε μια συναυλία στη Θεσσαλονίκη, με σκοπό να στηρίξετε τον αγώνα ενάντια στα Μεταλλεία Χρυσού. Τι θα δούμε σ’ αυτή σας την εμφάνιση;

-Θα είμαι μαζί με το Θανάση Παπακωνσταντίνου και θα πω τρία τραγούδια. Η παρουσία του καθενός από τους συμμετέχοντες θα είναι περίπου ένα μισάωρο.

-Το Σεπτέμβρη βρεθήκατε επι σκηνής μαζί με το Γιώργο Ανδρέου στον προαύλιο χώρο του Badminton. Ποιό στοιχείο ξεχωρίζετε στις δημιουργίες του;

-Είναι πολύπλευρος μιας και καταπιάνεται και με τα δυο μέρη που απαρτίζουν ένα τραγούδι. Δουλεύει πολύ καλά τη μελωδία. Αναδεικνύει τον τραγουδιστή και προσέχει πάρα πολύ το στίχο. Έχει ιδιαίτερη ευαισθησία σε θέματα που αφορούν τον πολιτισμό μας και την ποιότητα. Όλοι αυτοί είναι πολύ ισχυροί λόγοι, για να εκτιμώ τον ίδιο και το έργο του.

-Σ’ αυτή την εμφάνιση δώσατε βήμα σε τρεις νέους καλλιτέχνες με ειλικρινή θέρμη. Εκτός από το ταλέντο τους, τί ήταν αυτό που άνοιξε κυριολεκτικά την αγκαλιά σας  σ’ αυτά τα παιδιά;

-Καταρχήν, ήταν το ταλέντο τους. Αν δεν υπάρχει αυτό, όσα καλά στοιχεία και να έχει κάποιος, δύσκολα μπαίνει σ’ αυτή την οικογένεια. Ο Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης, η Μαρία Παπαγεωργίου και η Ευτυχία Μητρίτσα είναι πολύ καλά δείγματα της γενιάς που ακολούθησε εμάς και που τώρα κάνουν τα δικά τους βήματα σε μια δύσκολη εποχή για όλους. Ακόμα και άνθρωποι που έχουμε παρελθόν, δυσκολευόμαστε να κρατηθούμε και να κάνουμε την επόμενη κίνηση. Έτσι, με πολλή χαρά και ευρυχωρία στηρίξαμε με τον Ανδρέου αυτά τα παιδιά. Το πρόγραμμα ήταν δικό τους. Εγώ ήμουν φιλοξενούμενη. Το παρακολούθησα μια φορά στο Σταυρό του Νότου και ενθουσιάστηκα πολύ με την ιδέα. Τραγουδοποιοί όλοι τους στηρίζουνε μουσικά μόνοι τους τα κομμάτια τους με φρέσκιες ιδέες, χωρίς να κολλάνε στον ήχο του cd φτιάχνοντας ένα πολύ ενδιαφέρον μουσικό αποτέλεσμα.

-Στις τελευταίες σας συναυλίες με το Θανάση Παπακωνσταντίνου η ανταπόκριση του κόσμου ήταν ενθουσιώδης. Ποιο κοινό μυστικό έδεσε άρρηκτα τη φωνή σας με την έμπνευση του Θανάση τότε; Τι κρατάει ακόμα το φυτίλι αναμμένο;

-Νιώθω μια συγγένεια και μια οικειότητα μέσα στο μουσικό περιβάλλον του Θανάση. Αυτό συνέβη από την πρώτη στιγμή, παρόλο που ήταν ένα άκουσμα που δεν το είχαμε στ’ αυτιά μας τότε. Ήτανε ένας δρόμος που με καλούσε να τον προχωρήσω. Το ίδιο συμβαίνει και με τα καινούργια του κομμάτια.

-Θα σας απολαύσουμε κάπου το χειμώνα;

-Θα είμαι με την Ελένη Τσαλιγοπούλου. Μοιραζόμαστε ένα πρόγραμμα, το οποίο φτιάχνουμε τώρα με μεγάλη όρεξη. Είμαστε πάνω στο καζάνι που βράζει. Είμαι πολύ χαρούμενη γι’ αυτό. Με την Ελένη είχαμε βρεθεί μαζί πριν από αρκετά χρόνια. Πέρασαμε δυο πολύ επιτυχημένες σεζόν. Ήταν από τα καλύτερα πράγματα που μου έχουνε συμβεί στο χώρο. Ο κόσμος το είχε αγαπήσει. Οπότε, σκεφτήκαμε να το επαναλάβουμε. Με την ίδια έμπνευση θα βαδίσουμε και φέτος.

-Τι ονειρευόσασταν ως παιδί; Βρήκατε τα ίδια όνειρα, όταν πιάσατε το μικρόφωνο στα χέρια σας;

-Τα όνειρά μου δεν είχαν να κάνουν με το τραγούδι, γιατί αυτό ήταν συνυφασμένο μ’ εμένα. Ήξερα ότι οπουδήποτε και να με πάει η ζωή, εγώ θα τραγουδάω. Δεν τολμούσα, όμως να ονειρευτώ ότι θα τραγουδάω σε σκηνή και από κάτω θα υπάρχει κόσμος. Άκουγα με δέος φωνές που μου αρέσανε και προσπαθούσα να κάνω κι εγώ αυτά που κάνανε. Όμως, δεν είχα σχέδιο να γίνω τραγουδίστρια. Οι επιδιώξεις μου ήταν να κάνω οικογένεια και να περάσω στη Φιλοσοφική. Επίσης, ήθελα πολύ να μπορέσω να σταθώ στα πόδια μου και να είμαι ανεξάρτητη. Να μην έχω ανάγκη τη βοήθεια των άλλων, αλλά τη συντροφιά τους. Ήθελα να κάνω παιδί. Σύμφωνα με όλα αυτά, τα όνειρά μου πραγματοποιήθηκαν και μου ήρθανε και παραπάνω πράγματα. Αυτό που σηματοδοτεί το χειροκρότημα του κόσμου, τα μάτια των ανθρώπων που με κοιτάζουν και μοιράζονται μαζί μου στιγμές μέσα από τα τραγούδια είναι ένα μεγάλο δώρο. Δεν υπάρχει κανένας σχεδιασμός γι’ αυτό.

-Όταν ο πόνος του κορμιού ή της ψυχής ξεχείλιζε, τί σας ψιθυρίζανε οι δικοί σας στ’ αυτί, για να τον διώξουν μακρυά;

-Όταν πονούσα, τραγουδούσα. Ήταν ανάγκη μου, για να ξαλαφρώσω. Και στις μεγαλύτερες θλίψεις μου το καταφύγιό μου ήταν εκεί. Ένιωθα ότι θα πνιγώ από το συναίσθημα, αν δεν το κάνω. Η γιαγιά μου που είχε μια λαϊκή σοφια μου έλεγε: «Ό,τι συμβεί για όλους, θα συμβεί και για σένα. Όλοι κάτω από τον ουρανό είμαστε. Δεν θα πάθεις κάτι εσύ που δεν είναι ανθρώπινο. Θα το αντιμετωπίσουμε σαν άνθρωποι.».

-Περιγράψτε μου μια ζωντανή εικόνα ένας μεγάλου οικογενειακού γλεντιού.

-Ξεκινούσε από νωρίς το μεσημέρι. Οι άντρες έβαζαν τσιπουράκια και μεζεδάκια, ενώ οι γυναίκες ετοίμαζαν το τραπέζι. Προς το τέλος του φαγητού, οι μεγάλοι πιάνανε τα τραγούδια. Συνήθως, δίναμε προτεραιότητα στον παππού που ήταν ο παλιότερος ηλικιακά και μετά ακολουθούσαμε και οι υπόλοιποι. Ο πατέρας μου πολλές φορές συνόδευε με τη φυσαρμόνικα. Εμφανιζότανε και η Λιζέτα με την κιθάρα. Όμως, τις περισσότερες φορές τα όργανα απουσίαζαν και γινότανε γλέντι μόνο με τις φωνές.

-Ποιά στιγμή της παιδικής σας ζωής καταλάβατε τη σημασία της αγάπης;

-Όταν αισθάνθηκα, ότι την έχω χάσει, κατάλαβα τί σημαίνει να έχεις και να παίρνεις αγάπη. Όταν λείπει, είναι μια ατελείωτη νύχτα. Δεν ξημερώνει ποτέ, ούτε προς τα μέσα, ούτε προς τα έξω.

-Μια τυχαία συγκυρία και ένα κορίτσι στα τέλη της δεκαετίας του ’80 τραγούδησε το «Κόκκινο Φουστάνι» μπροστά σε κοινό. Ακολούθησε ένα ντόμινο από όμορφες συνεργασίες. Τί έχει αλλάξει στην ερμηνεία σας από εκείνη τη βραδιά μέχρι σήμερα;

-Η φωνή μου έχει μεστώσει. Έχει βαρύνει σε τονικότητα και έχει αποκτήσει πια άλλη εμπειρία. Τότε, ήταν αβίαστο αυτό που έβγαινε. Τώρα περνάει μέσα από μια σκέψη. Ξέρω ποιές είναι οι δυσκολιές και πώς να τις αντιμετωπίσω. Τότε, απλά νόμιζα ότι δεν υπάρχει καμία δυσκολία. Όμως, η οπτική με την οποία έβλεπα το τραγούδι δεν έχει αλλάξει. Τα γούστα μου παραμένουν ίδια και είμαι απόλυτη σ’ αυτά.

-Υπήρξε κάποια στιγμή στη διαδρομή σας που το ρίσκο ήταν αναπόφευκτη επιλογή;

-Ναι, οι καιροί με σπρώξανε στο να κάνω ένα άνοιγμα σε άλλα νερά. Ήταν ζητούμενο κατά κάποιο τρόπο και από τον κόσμο. Έπρεπε να δοκιμάσω τον εαυτό μου σε άλλα πράγματα όχι τόσο γνωστά και όχι κεκτημένα. Ανοίχτηκα σε λίγο μεγαλύτερα προγράμματα και σε πίστες μαζί με άλλους καλλιτέχνες, όπως η Γλυκερία, ο Μητροπάνος και άλλοι. Εκεί, υπήρχε άλλη λογική δομής του προγράμματος. Υπήρχε μια προτίμηση στα πιο γνωστά τραγούδια, για να μπορούν όλοι να βρουν ένα στέκι και να μην προσφεύγουν στην μπουκαλοβιομηχανία της άγριας νύχτας. Αυτό ήταν μεγάλο σχολείο για μένα. Πήρα πολλά πράγματα και απομυθοποίησα κάποια άλλα. Αλλά αυτό ήταν ξεκάθαρα ένα ρίσκο για μένα. Για τους γύρω μου ήταν σίγουρος δρόμος. Αντίθετα, όταν ξεκίνησα με το Μάλαμα, πολλοί θεώρησαν αυτό το βήμα ρίσκο. Ήμασταν και οι δυο άγνωστοι στο κοινό και το μουσικό υλικό ήταν τελείως διαφορετικό από τα ακούσματα της εποχής τότε. Εγώ όμως, είχα σιγουριά. Δεν το ένιωσα σαν κάτι παρακινδυνευμένο.

-Η συνάντησή σας το 2006 με το Χρήστο Νικολόπουλο έδωσε στη δισκογραφία έναν καθαρόαιμο λαϊκό δίσκο. Ποιό τραγούδι θα ξεχωρίζατε και γιατί; Τι κάνει τα τραγούδια του να κερδίζουν την αναμέτρηση με το χρόνο;

-Ξεχωρίζω το «Κάθε φορά που φεύγεις» σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου. Είναι ένα πολύ γλυκό και αγαπησιάρικο χασάπικο με μια θηλυκή ματιά. Επίσης, μου αρέσει πάρα πολύ το κομμάτι με τίτλο «Τα γράμματα στο πέλαγος». Είναι παλιό τραγούδι. Η μελωδία του έχει ιδιαίτερα περάσματα που δεν είναι φθαρμένα. Τα τραγούδια του Νικολόπουλου χαρακτηρίζονται από αυτές τις ολοστρόγγυλες μελωδίες. Κοινός παρονομαστής σε όλες είναι αυτή η ευγένεια που αποπνέουν. Φαντάζουν εύκολες, γιατί τις εισπράττει το αυτί ολόκληρες, αλλά έχουν τη δυσκολία τους. Χρειάζεται μια ικανότητα από τον τραγουδιστή. Αναφέρομαι κυρίως στα κομμάτια που έχουν ερμηνεύσει ο Καζαντζίδης, ο Νταλάρας και άλλοι.

-Το κομμάτι «Να βάλω τα μεταξωτά» του Μάλαμα σας άνοιξε τη δίοδο επικοινωνίας με τον κόσμο. Τί σας άγγιξε στο κομμάτι αυτό τη δεδομένη στιγμή; Υπήρχε κάτι από τη Μελίνα μέσα του;

-Βέβαια. Το κομμάτι περιγράφει την ερημιά και την εσωστρέφεια που καταλήγει στην τάση να ξεφύγεις, χωρίς να χρησιμοποιήσεις εξωτερικά τερτίπια. Είναι η ανάγκη να φύγεις από τη θλίψη σου, βρίσκοντας δύναμη από μέσα σου και όχι τεχνιέντως από έξω. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό δικό μου. Όταν πρωτοάκουσα το τραγούδι, υπέστην ένα σοκ. Μου άρεσε πάρα πολύ, χωρίς ποτέ να καταλάβω το γιατί. Γι’ αυτό και το θεώρησα μεγάλη γενναιοδωρία από μέρους του Σωκράτη.

 -Η καλαισθησία είναι κάτι που καλλιεργείται από τις σπουδές ή πηγάζει από μέσα μας ενστικτωδώς;

-Είναι και τα δυο. Στην ουσία η καλαισθησία είναι αρμονία. Μπορεί να υπάρχουν αντιθέσεις, αλλά να καταλήγουν σε ένα αποτέλεσμα αρμονικό και ολόκληρο. Αν έχεις αίσθηση αυτού, σίγουρα θα την καλλιεργήσεις. Αν δεν έχεις, όσο και να στην καλλιεργήσουν, θα βελτιωθεί λίγο, αλλά πάντα θα παραπατάει.

-Ο Μάρκος Βαμβακάρης υπήρξε ένας αγράμματος άνθρωπος που όμως έγραψε ρεμπέτικα κομμάτια μοναδικής αξίας και ομορφιάς. Γιατί είναι τόσο δύσκολο να γραφτούν σήμερα τραγούδια ανάλογου βεληνεκούς;

-Γιατί δεν σιωπούμε. Ακούγονται τόσα πολλά σχήματα, πληροφορίες και επαναληπτικά σήματα που μας μπερδεύουν. Εκείνα τα χρόνια ήταν δύσκολος ο ήχος. Τον έψαχνες. Έπαιζε κάποιος ένα οργανάκι σε μια αυλή και στήνανε αυτί. Τώρα δεν αδειάζει κάθολου το αυτί, για να ζητήσει μέσα από τη σιωπή να ακούσει κάτι. Ο πλουραρισμός δεσμεύει την επιλογή και δεν την ελευθερώνει.

-Ο αληθινός ερωτικός χορός φωλιάζει σε κάτι στίχους, όπως «..μα εγώ γεννιέμαι και πεθαίνω μαζί, γιατί είσαι η ίδια η μοίρα μου εσύ..». Σήμερα, δυστυχώς, υπάρχει η αντίληψη, ότι η «καψούρα» εκφράζεται μόνο μέσα από κουτσά εύπεπτα σλογκανάκια. Τι φταίει; Συνέβαινε πάντα ή είναι φαινόμενο των τελευταίων 30 χρόνων;

-Η χυδαιότητα είναι πάντα χαρακτηριστικό των κοινωνιών. Άλλοτε ανεβαίνει στα ψηλά πατώματα, άλλοτε μένει στην υπόγα. Εμείς, τη βγάλαμε στο μπαλκόνι. Είναι ένας τρόπος αντίδρασης απέναντι σε κάτι που έχει κορεστεί. Φτάνει τόση ποιότητα και λόγια χωρίς αντίκρυσμα ουσίας. Φτάνει οι δήθεν επαναστάτες. Εμείς θέλουμε χώμα. Κι αυτό ανάγκη είναι. Στο συγκεκριμένο στίχο που ανέφερες υπάρχει η ερωτική αποκορύφωση. Στην περίπτωση που αυτό κάποιος το ζει μέσα από μια καψούρα δεν είναι ολόκληρο, οπότε είναι λιγότερη η ηδονή. Όταν υπάρχει ο έρωτας είναι πλήρες και είναι πολύ πιο θαύμα. Η καψούρα είναι λίγη. Γι΄αυτό την προτάσσουν τόσο. Ένας άδειος τενεκές κάνει θόρυβο, όχι ένας γεμάτος.

-Είναι ορατή σήμερα η παρουσία του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Χατζιδάκι επι της ουσίας ή κινδυνεύουν να κλειστούν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας;

-Θέλω να μένω στην όχθη που λένε ότι υπάρχουνε. Φοβάμαι ότι πολλά νέα παιδια δεν τους γνωρίζουν όπως εμείς. Μα είναι τόσο καταλυτική η παρουσία τους που, όταν ακούς ένα ρεφρέν από κάποιο τραγούδι τους, καταλαβαίνεις αμέσως τη διαφορά. Δεν έχουνε μπει στο χρονοντούλαπο. Έχουν γίνει οι ιεροί γέροντες του πολιτισμού μας. Είναι ακόμα φωτεινοί και μας οδηγούν.

-Συναυλία στο Θέατρο Βράχων. Η μικρή Ανατολή με ανέλπιστο θάρρος τραγούδησε συγκινητικά μαζί σας το «Ζέφυρο». Μπορεί ετούτη η αλήθεια να νικήσει την ωμότητα του φασισμού που μας κυκλώνει; Αυτός είναι τελικά ο δρόμος για τους ναυαγούς;

-Ας μην αντιπαραθέσουμε απέναντι σ’ ένα βίαιο κύμα, ένα κοριτσάκι. Ας είμαστε πιο σθεναροί. Σαφώς, όμως και είναι αυτός ο δρόμος για τους ναυαγούς. Αν σταματήσει να μας συγκινεί η αγνότητα αυτού του κοριτσιού, τότε θα έχει κάθε λόγο να ανθίσει οποιοδήποτε ρεύμα φασισμού. Η Ανατολή ήρθε και με βρήκε μόνη της. Της πρότεινα να πούμε μαζί αυτό το κομμάτι και δέχτηκε. Είχε πολύ ενθουσιασμό. Ήτανε μια πυρκαγιά.

-Έχετε μια κόρη. Σε παλαιότερη συνέντευξη είχατε πει: «Η τέχνη σε ημερεύει και άρα σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, άρα και καλύτερη μητέρα.». Υπάρχει κάποια δυνατή στιγμή που καμαρώσατε πολύ για εκείνη;

-Ήταν στο δωμάτιό της και περνώντας απ’ έξω τυχαία την άκουσα να τραγουδάει το «Αερικό». Δεν μπορούσα να κρατήσω τα δάκρυά μου. Ήθελα να φωνάξω μα κρατήθηκα. Ήταν πολύ συνταρακτικό. Σκέφτηκα, ότι και να πέθαινα εκείνη τη στιγμή, καθόλου δεν θα με ένοιαζε. 

-Ο παράδεισος είναι η επίγεια αγάπη που βιώνουμε ή εκείνο που θα δούμε φεύγοντας από τη ζωή;

-Είναι και τα δυο. Δεν ξέρω τί συμβαίνει μετά, αλλά θέλω να πιστεύω ότι υπάρχει μια παραδείσια κατάσταση. Δεν ξέρω μέσα από ποιά διάσταση, τί σχήμα και τί μορφή μπορεί να έχει. Πάντως είμαι σίγουρη για ένα πράγμα. Όταν αγαπάμε και μας αγαπούν, παίρνουμε μια γεύση παραδείσου.

-Τί τραγούδι παίζει στο δικό σας παράδεισο;

-Μπορεί να μην έχει λόγια, να είναι μόνο μουσική. Υπάρχουν πολλά κομμάτια που δίνουν την αίσθηση ότι είναι από αλλού φερμένα. Τέτοια είναι το «Νανούρισμα» του Νίκου Κυπουργού και της Λίνας Νικολακοπούλου, καθώς επίσης και ο «Αύγουστος» του Παπάζογλου.


Share |