30/03/2017

Νικόλας Άσιμος, ο τρελός των Εξαρχείων

Σε μια ιστορική γειτονιά της Αθήνας, χτυπούσε για μια ολόκληρη δεκαετία η καρδιά της επαναστατικότητας και της αμφισβήτησης για την κοινωνική κρυστάλλωση και την καθεστηκυία τάξη. Τα Εξάρχεια υπήρξαν στη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 ο πυρήνας της αμφισβήτησης, των εναλλακτικών φωνών, της επαναστατικής καλλιτεχνικής έκφρασης και της αναρχικής πολιτικής αντίστασης.

Κάποιοι καλλιτέχνες με τη δύναμη των εκφραστικών τους δυνατοτήτων, έδωσαν στην ιστορική αυτή περίοδο το χαρακτήρα, το χρώμα και την ψυχή του κινήματος αμφισβήτησης που είχε σαν αφετηρία τα Εξάρχεια. Οι καλλιτέχνες αυτοί χαρακτηρίστηκαν σαν οι «άγιοι των Εξαρχείων». Η Κατερίνα Γώγου, ο Σιδηρόπουλος και ο Νικόλας Άσιμος ήταν κάτι παραπάνω από απλοί στιχουργοί/ποιητές. Με το έργο τους και τον πρόωρο θάνατο τους, κατάφεραν να γίνουν εμβλήματα και να συνεχίζουν ακόμα και σήμερα να εμπνέουν νέες γενιές ανθρώπων.

Ο Νικόλας Άσιμος ήταν ο πιο παρεξηγημένος, αντισυμβατικός και κυνηγημένος καλλιτέχνης από τους τρεις τους. Γεννημένος στην Κοζάνη την περίοδο του εμφυλίου από γονείς εμπόρους, υπήρξε από πολύ μικρός φιλομαθής. Διάβαζε πολλά εξωσχολικά βιβλία στον ελεύθερο του χρόνο. Τα πρώτα σχολικά του χρόνια ήταν πολύ επιμελής μαθητής – υπήρξε και σημαιοφόρος στο δημοτικό – αλλά όσο περνούσαν τα χρόνια, κυρίως μόλις μπήκε στην εφηβεία, άρχισε να βγαίνει στην επιφάνεια η έμφυτη του επαναστατικότητα.

Παρόλο που πέρασε στη φιλοσοφική σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου, δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις σπουδές του. Τον τράβηξε από νωρίς ο καλλιτεχνικός κόσμος και άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα υποκριτικής και να πειραματίζεται με τη μουσική.

Σιγά-σιγά άρχισε να συνδυάζει το θέατρο και τη μουσική με τη δημιουργία μουσικοθεατρικών παραστάσεων με μικρούς θιάσους, οι οποίοι ανέβαζαν έργα δικής του δημιουργίας και σκηνοθεσίας σε μικρές μπουάτ από την αρχή της δεκαετίας του ’70. Το έντονο αριστερίστικο και επαναστατικό πνεύμα του, είχε σαν συνέπεια τα πρώτα αυτά χρόνια να δεχτεί έντονη την κριτική και την λογοκρισία από τη χούντα.

Αργότερα, μετά την πτώση της χούντας, κατέβηκε στην Αθήνα, όπου συνέχισε να δημιουργεί δικές του θεατρικές παραστάσεις και να γράφει μουσική και ποιήματα. Ο αντισυμβατικός του χαρακτήρας ήταν έκδηλος σε κάθε πτυχή της ζωής του.

Απέκτησε ένα παιδί με τη σύντροφό του χωρίς να παντρευτούν ποτέ, που στην εποχή ήταν κατακριτέο ακόμα και από τους πιο προοδευτικούς αριστερούς πολίτες. Έφτιαξε τραγούδια που πουλούσε ο ίδιος σε αυτοσχέδιες ηχογραφημένες κασέτες. Έγραψε ένα βιβλίο-αυτοβιογραφία και το διακινούσε ο ίδιος σε φωτοτυπίες. Γενικά κινήθηκε έξω από το σύστημα της μουσικής βιομηχανίας από επιλογή και όχι από ανάγκη.

Με το ταλέντο που είχε θα μπορούσε να έχει γίνει ένας από τους πιο λαοφιλείς καλλιτέχνες της γενιάς του. Αντίθετα, λόγω απόψεων και στάσης ζωής, πολεμήθηκε και κυνηγήθηκε από όλους. Για τους οργανωμένους αριστερούς της Αθήνας ήταν το μαύρο αναρχικό πρόβατο και αρκετές φορές κατέληξε δαρμένος από αυτούς. Η αστυνομία τον συνέλαβε πολλές φορές σαν ταραξία. Ακόμα και η οικογένειά του τον αμφισβήτησε. Το γεγονός ότι απέφυγε τη στράτευση παίρνοντας απαλλαγή, λόγω εγνωσμένης σχιζοειδούς ψύχωσης, επηρέασε πολύ τον τρόπο που τον έβλεπαν οι άλλοι.

Η παράξενη συμπεριφορά του, οι δύσκολες συνεργασίες του με τους άλλους καλλιτέχνες, κάποιες εισαγωγές που είχε κάνει στο ψυχιατρείο στο Δαφνί και μια ανυπόστατη κατηγορία για βιασμό μιας κοπέλας, οδήγησαν τον Νικόλα στη μεγάλη του απόφαση να αυτοκτονήσει. Βρέθηκε απαγχονισμένος στο μαγαζί που χρησιμοποιούσε το τελευταίο διάστημα λίγο πριν πεθάνει για να πουλάει τις κασέτες με τη μουσική του και διάφορα μικροπράγματα, καθώς επίσης και σαν μέρος διαμονής. Δεν ήταν ούτε 39 ετών.

Η κληρονομιά που άφησε πίσω του, δεν μπορεί να υπολογιστεί ποσοτικά. Παρόλο που έγραψε μερικά εμβληματικά τραγούδια για την ελληνική ροκ και underground μουσική η συνεισφορά του υπερβαίνει τα πλαίσια της μουσικής. Η γενικότερη στάση ζωής του, ο τρόπος που αμφισβήτησε ακόμα και την έννοια της ιδιοκτησίας, καθώς έμενε κυρίως σε χώρους που χρησιμοποιούσε και για τις εμφανίσεις του, τον κατατάσσουν σε μια πολύ ιδιαίτερη θέση. Δεν είναι υπερβολή να τον χαρακτηρίσουμε σύγχρονο Διογένη.

Ο περισσότερος κόσμος τον θεωρεί τρελό, άλλοι γιατί είχε εξάρσεις θυμού και ήταν δύσκολος συνεργάτης, άλλοι γιατί έμενε όπου έβρισκε, άλλοι γιατί τα έβαζε με όλους και με όλα χωρίς να φοβάται τις συνέπειες. Υπήρξε ένας τρελός με όραμα, ένας τρελός που ονειρεύτηκε έναν κόσμο με περισσότερη δικαιοσύνη, ένας τρελός που με τη μουσική και τα ποιήματά του προσπάθησε να κρίνει και να αλλάξει τον τρόπο που έβλεπε ο κόσμος τα πράγματα. Ήταν ο τρελός των Εξαρχείων.


Share |