23/09/2017

Λευτέρης Παπαδόπουλος: Στίχοι σαν το παλιό καλό κρασί

Συντάκτης: Δανάη Λιάκου, 09/04/2012

Πώς θα  μπορούσαν να χωρέσουν άραγε σε λίγες γραμμές, 50 χρόνια αδιάλειπτης δημιουργίας και αμέτρητων κυριολεκτικά επιτυχιών; Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είναι τρυφερός, γήινος, χωρίς να κυνηγάει την ομοιοκαταληξία, κατορθώνει απροσδόκητους συνδυασμούς, με δυνατές παρομοιώσεις, εναλλάσσοντας εικόνες από τη φύση, τον αέρα, τη θάλασσα, τα πουλιά, τον έρωτα, τον άνθρωπο, την κοινωνία, την πολιτική. Αυτή η ασίγαστη φλόγα του για δημιουργία και το μεγάλο ταλέντο του, τον καθιστούν έναν από τους σημαντικότερους στιχουργούς (αν όχι τον σημαντικότερο) του τελευταίου μισού αιώνα με 1200 τραγούδια στο ενεργητικό του!

Σε μια φτωχογειτονιά της Αθήνας

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1935. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες, ο πατέρας του είχε έρθει από ένα χωριό κοντά στην Προύσα της Τουρκίας και η μητέρα του από ένα χωριό της Ρωσίας. Τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια τα πέρασε σε μιαν αυλή, κάτω από την σημερινή Πλατεία Βικτωρίας.

Η αυλή είχε οχτώ δωμάτια και κάθε δωμάτιο φιλοξενούσε μια οικογένεια. Οι άνθρωποι που ζούσαν εκεί ήταν άνθρωποι του μόχθου, που πάλευαν για ένα κομμάτι ψωμί, χτίστες, μαραγκοί, σερβιτόροι, τσαγκαράδες. Χαρακτηριστικά ο ίδιος λέει: «Ό,τι ξέρω από τον κόσμο μού τα ’μαθαν αυτοί οι σπουδαίοι άνθρωποι και, φυσικά, οι γονείς μου.» Με αυτές τις εικόνες πορεύεται σε όλη του την καλλιτεχνική δημιουργία, εικόνες της ζωής και πέρα για πέρα αληθινές.

Κάτω από αυτές τις δύσκολες συνθήκες, κατάφερε να αριστεύσει και να εισαχθεί στο τμήμα της Νομικής Αθηνών. Κάπου, όμως το 1959 την παράτησε, καθώς το σαράκι της δημοσιογραφίας τον «έτρωγε». Ξεκίνησε να εργάζεται στα «Νέα». Τα τελευταία 30 χρόνια είναι χρονογράφος της εφημερίδας. Η ενασχόλησή του με τη στιχουργική ξεκίνησε το 1963.

Συναντήσεις

Η ταινία «Κόκκινα Φανάρια» το 1963 αποτέλεσε την αφορμή για να συμβεί μια υπέροχη καλλιτεχνική συνύπαρξη ανάμεσα στο Σταύρο Ξαρχάκο και το Λευτέρη Παπαδόπουλο, γράφοντας τα ανυπέρβλητα σε μέγεθος, τραγούδια «Φτωχολογιά» και «Άπονη Ζωή», τα οποία ερμήνευσε αξεπέραστα ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Αυτό το αντάμωμα έμελλε να βάλει τα θεμέλια μιας μακράς στιχουργικής δημιουργίας και ενός νέου δρόμου, πάνω στον οποίο περπάτησαν και περπατάνε όλοι οι μεταγενέστεροι και νεότεροι στιχουργοί.

Ο Ξαρχάκος αποτέλεσε την αφετηρία, για να συνεχίσει με μια σειρά απίστευτων συνεργασιών με κορυφαίους συνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Λοΐζος, ο Γιάννης Σπανός, ο Σταύρος Κουγιουμτζής, ο Χρήστος Λεοντής, ο Δήμος Μούτσης, ο Χρήστος Νικολόπουλος, ο Απόστολος Καλδάρας, ο Μίμης Πλέσσας και αρκετοί άλλοι.

Τα τραγούδια του έντυσαν με τη φωνή τους οι Στέλιος Καζαντζίδης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Γιάννης Πουλόπουλος, Γιώργος Νταλάρας, Χάρις Αλεξίου, Βίκυ Μοσχολιού, Μαρινέλλα, Δήμητρα Γαλάνη, Πόλυ Πάνου και άλλοι πολλοί και σπουδαίοι ερμηνευτές.

Πολύ ξεχωριστός και ιδιαίτερος συνδυασμός μουσικής και στίχων του Παπαδόπουλου ήταν αυτός, όπως συνέβη στο «Βυζαντινό Εσπερινό» το 1973, σε μουσική Απόστολου Καλδάρα. Ο συγκεκριμένος δίσκος αποτέλεσε σταθμό στα βήματα της ελληνικής μουσικής, αφού ο Καλδάρας μέσα σε 12 τραγούδια κλείνει όλη της την ιστορία, ανοίγοντας 12 διαφορετικούς λαϊκούς δρόμους με τη συνοδεία εξαιρετικών στίχων. Τα τραγούδια του δίσκου ερμήνευσαν οι Γιώργος Νταλάρας και Χάρις Αλεξίου.

Περιπέτειες με τη λογοκρισία

Σε μια δύσκολη δεκαετία, όπου οποιαδήποτε λεκτική παρασπονδία θεωρείται «επανάσταση», ο Λευτέρης Παπαδόπουλος ουκ ολίγες φορές βρέθηκε κάτω από το άγρυπνο μάτι των επιτροπών, των οποίων η σύσταση αποτελείτο από κατεξοχήν αγράμματους ανθρώπους, είτε της κυβέρνησης Παπανδρέου, είτε της στρατιωτικής δικτατορίας. Αυτές οι επιτροπές είχαν συσταθεί κατ’ εντολήν των εκάστοτε αρχών πριν και μετά τη δικτατορία.

Το τραγούδι «Άπονη Ζωή» θεωρήθηκε ανατρεπτικού περιεχομένου, με αποτέλεσμα αρχικά να μην παίζεται από την ΕΡΤ. Μετά από διαμαρτυρίες και δημοσιεύσεις στον τύπο, η απαγόρευση ήρθη και το τραγούδι μεταδόθηκε κανονικά. Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι η «Καισαριανή», ένα κομμάτι που ακρωτηριάστηκε, καθώς ο Παπαδόπουλος αναγκάστηκε ν’ αντικαταστήσει κάποιες «απαγορευμένες» λέξεις ή να κόψει εντελώς ολόκληρες φράσεις.

Σημαντικές αλλαγές αναγκάστηκε να κάνει σε κάποια από τα τραγούδια που συμπεριλαμβάνονταν στο δίσκο «Σταθμός» σε μουσική του Λοΐζου. Την ίδια περίπου περίοδο, γράφει κάποια τραγούδια σε μουσική του Μίμη Πλέσσα, τα οποία η λογοκρισία τα απορρίπτει εντελώς.

Ωστόσο,  τα δύο από τα τέσσερα τραγούδια που απερρίφθησαν , είχαν συμπεριληφθεί στην θεατρική παράσταση «Δρόμος», όπου ο Παπαδόπουλος είχε γράψει τα κείμενα, ο Πλέσσας τη μουσική, ενώ επί σκηνής εμφανίζονταν ο Πουλόπουλος και η Ρένα Κουμιώτη. Η συγκεκριμένη, λοιπόν, παράσταση είχε τεράστια απήχηση στο κοινό με δυνατότερη στιγμή της, όταν οι τραγουδιστές ερμήνευαν τα συγκεκριμένα αυτά τραγούδια, δίχως μικρόφωνο και ο κόσμος κυριολεκτικά τους αποθέωνε. Μετά από 4 μήνες η παράσταση σταμάτησε αιφνιδίως, μιας και ταρακούνησε τόσο τους λογοκριτές όσο και το κοινό.

Ερωτικός με σημείο αναφοράς τη γυναίκα

«Οι άγγελοι τραγουδάνε. Και οι ερωτευμένοι επίσης. Πίσω από κάθε ανάταση, από κάθε μεράκι, μια κιθάρα περιμένει έτοιμη να πάρει τα λόγια και να τα ταξιδέψει από χείλη σε χείλη.» Τα λόγια αυτά ειπωμένα από τον Οδυσσέα Ελύτη περιγράφουν επακριβώς τη λειτουργία του τραγουδιού στον έρωτα. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, έγραψε τα περισσότερα και ομορφότερα ερωτικά τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ.

Με φοβερή αγάπη προς την θηλυκή ύπαρξη είναι πρόθυμος να κλείσει στην αγκαλιά του κορίτσι που μέθυσε και τρέμει το χειλάκι του με τα ματάκια του βασιλεμένα και ύστερα να πάρει το φεγγάρι να το καρφώσει στα μαλλιά της και να ‘χει τον ουρανό στην αγκαλιά του.

Κι ύστερα μιλάει για τη γυναίκα που έλιωσε στο συναπάντημα του καλού της, που τον καλεί να γείρει να πλαγιάσει στο σεντόνι της να γεμίσει η κάμαρα ευωδιά, που  θέλει να του πάρει με δυο φιλιά, από τα θολά του μάτια τη μαύρη συννεφιά.

Αλλά μιλάει και για τον άντρα που πονάει, που τον πνίγει το παράπονο για την αγάπη που έδωσε και δεν πήρε και σε μια φράση κλείνει όλη του την πίκρα «όσο η καρδιά κι αν λαχταρά, δεν θα ξαναγαπήσω». Και είναι ο ίδιος άντρας που κάθεται στης ταβέρνας της γωνιά και πίνει, σιγοψιθυρίζοντας: «όταν βλέπετε να κλαίω, κάτι μέσα μου πονεί, πληγωμένο αηδονάκι που του πήραν τη φωνή». Για να σηκωθεί λίγο μετά, κατηφορίζοντας στο στενό δρομάκι, να συναντήσει το άγαλμα, να προχωρήσουνε μαζί και να τον παρηγορήσει σκουπίζοντας τα μάτια του.

Αγάπη και εκτίμηση

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, ένας ογκόλιθος της στιχουργικής είχε πει: «Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος με τρόμαξε! Ποιητής! Όταν άκουσα τα τραγούδια του, είπα δεν θα ξαναγράψω

Ο Μάνος Ελευθερίου, εξίσου σημαντικός συγγραφέας και στιχουργός, λέει: «Νομίζω ότι η στιχουργική περιπέτεια του Λευτέρη Παπαδόπουλου, έφτασε ακριβώς την ώρα που έπρεπε, σε μια αλλαγή της ατμόσφαιρας του ελληνικού τραγουδιού, σε μια στιγμή που το λαδάκι στα καντήλια των παλιών μαστόρων είχε μάλλον στερέψει.»

Ο Ηλίας Κατσούλης, επίσης σπουδαίος στιχουργός, με πολύ όμορφα δείγματα στίχων, είχε μιλήσει για εκείνον, αποδίδοντάς του τον τίτλο του εξαιρετικού εικονοποιού με άρτια τεχνική, ειλικρινή ευαισθησία, αδρότητα και λυρισμό και τον θεωρεί καταγραφέα μιας εποχής πλούσιας σε ιστορικά, πολιτικά, κοινωνικά, πολιτιστικά γεγονότα. Χαρακτηριστικά, λέει: «Πάντως, εγώ «τη δεύτερη φορά», αν λέω «που θα ‘ρθω για να ζήσω», κι αν, ξαναλέω, ακούσω πάλι έστω κι ένα τραγούδι του, θα ξαναγαπήσω: τον έρωτα, τη ζωή, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο και τα τραγούδια του

Η προσφορά του στο ελληνικό πεντάγραμμο

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος μετέφερε μέσα από τους στίχους του μια ολόκληρη εποχή και τα τραγούδια του αποτελούν ιστορική πηγή. Μίλησε για τους καημούς, τις αγωνίες, τη φτωχολογιά, τις «χαμένες» πια γειτονιές του ’60, τα παιδιά που γεμίζουν αυτές τις γειτονιές με τις φωνές τους, τη μάνα που έχασε το παιδί της άδικα σε μια σκληρή εποχή, καθόλου μακρινή από το σήμερα,  τη κοπέλα που πάει ντυμένη στ’ άσπρα να συναντήσει τον αγαπημένο της.

Ένωσε τους αλήτες με τους τρελούς και τους κατατρεγμένους, τους δυνατούς με τους αδύναμους, τους ερωτευμένους με τους απελπισμένους, αλλά και τους νέους με τα όμορφα κορμιά με τους γέρους που αναγνωρίζεις στη ματιά τους την κουρασμένη στράτα της ζωής.

Ο ίδιος θεωρεί το «Αχ χελιδόνι μου», ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έχει γράψει ποτέ. Η μουσική ανήκει στο Μάνο Λοΐζο. Μέσα σε 3 λεπτά τραγούδι περιγράφεται όλη σκοτεινιά της δικτατορίας.

Έχει παντρευτεί δύο φορές και έχει αποκτήσει δύο παιδιά και δύο εγγόνια. Η δεύτερη και σημερινή του σύζυγος είναι η σκηνοθέτιδα Ράια Μουζενίδου, για την οποία είχε γράψει «Όλες του κόσμου οι Κυριακές, λάμπουν στο πρόσωπό σου», σε μουσική του Χρήστου Νικολόπουλου.

Είναι ευαίσθητος, με κομψότητα στις περιγραφές του και ξέρει να φτιάχνει τις πιο γλυκές ιστορίες που μαρτυρούν τις αλήθειες της ζωής. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος δημιουργούσε τραγούδια, έφτιαξε ποίηση με τα υλικά του τραγουδιού, κι αυτό τον καθιστά τόσο ξεχωριστό.

Είναι ένας θαυματοποιός που δημιουργεί μικρούς ανεκτίμητους θησαυρούς και αποτελεί μια εμβληματική φυσιογνωμία στο ελληνικό τραγούδι. Η καλλιτεχνική του δημιουργία συνεχίζεται ως σήμερα, καθώς αποτελεί αστείρευτη πηγή έμπνευσης.


Share |