28/03/2017

Κατερίνα Γώγου, η συνείδηση των αναρχικών

Εξάρχεια. Μια περιοχή της Αθήνας, η οποία έγινε το κέντρο και ο πυρήνας των αντιεξουσιαστικών, αναρχικών και ακροαριστεριστών την δεκαετία του ’80. Μέσα στους δρόμους αυτής της γειτονιάς έζησαν και δημιούργησαν τρεις άνθρωποι, οι οποίοι ταυτίστηκαν τόσο με την εποχή τους, όσο και με μεταγενέστερες νεότερες γενιές. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος, Ο Νικόλας Άσιμος και η Κατερίνα Γώγου εξελίχθηκαν στην ψυχή των Εξαρχείων και ονομάστηκαν «Οι άγιοι των Εξαρχείων». Κοινό τους – πέρα από το γεγονός ότι κατάφεραν να εκφράσουν τις αγωνίες και τους προβληματισμούς της γενιάς τους και των επόμενων – ήταν ότι έφυγαν νωρίς. Όπως τόσοι άλλοι καλλιτέχνες πέθαναν νωρίτερα από ότι θα «έπρεπε», αλλά άφησαν πίσω τους ένα σπουδαίο αποτύπωμα στην καλλιτεχνική έκφραση.

Η Κατερίνα Γώγου, γνωστή στους περισσότερους από τους δευτερεύοντες ρόλους της σε κλασικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου από τη δεκαετία του ’60 – η Παγώνα στο «Η δε γυνή να φοβάται τον άντρα», η αεικίνητη αδελφή της Καρέζη στο «Μια τρελή-τρελή οικογένεια» και πολλές ακόμα – από το τέλος της δεκαετίας του ’70 στράφηκε στη συγγραφή και ειδικότερα στην ποίηση. Έμελλε να γίνει από τους πιο εμπορικούς ποιητές του περασμένου αιώνα και από τους σημαντικότερους δημιουργούς της γενιάς της.

Γεννημένη μέσα στη Γερμανική κατοχή στην Αθήνα, έζησε πολύ δύσκολα πρώτα παιδικά χρόνια. Από πολύ μικρή έδειξε την κλίση της προς την υποκριτική και συμμετείχε σε θεατρικές παραστάσεις από παιδί. Ο πατέρας της, αν και αυστηρός, τη βοήθησε να ακολουθήσει το δρόμο της υποκριτικής. Τη δεκαετία του ’60, έπαιξε σε ορισμένες από τις πιο δημοφιλείς ταινίες της Φίνος Φιλμς, αλλά δεν κατάφερε να γίνει πρωταγωνίστρια πρώτης γραμμής. Πάντα οι ρόλοι της ήταν δευτερεύοντες. Ο «χαρακτήρας» που υποδυόταν κυρίως, ήταν ενός ανέμελου κοριτσιού που το νοιάζει η καλοπέραση και που δεν το προβληματίζει τίποτα από αυτά που γίνονται γύρω της.

Η Γώγου, εν αντιθέσει με τους ρόλους της, ήταν ένα πολύ ανήσυχο πνεύμα που προβληματιζόταν, αγωνιούσε, μάτωνε την ψυχή της, απογοητευόταν από αυτά που γίνονταν γύρω της. Αυτό το αποτύπωσε στο χαρτί, γράφοντας ποιήματα τα οποία έγιναν ύμνοι για τους αριστερούς κύκλους των Εξαρχείων, της γειτονιάς που στιγμάτισε την κοινωνική επαναστατικότητα της ταραγμένης δεκαετίας του ’80.

Από την πρώτη της ποιητική συλλογή «Τρία κλικ αριστερά», φάνηκε η επιρροή που θα είχε στις γενιές των νέων ανθρώπων από την έκδοση της συλλογής και έπειτα. Έγινε η εμπορικότερη συλλογή της δεκαετίας του ’80 – σύμφωνα με δήλωση του εκδότη της Καστανιώτη, έφτασε σε πωλήσεις τον Ρίτσο και τον Ελύτη – και ανήγαγε τη Γώγου σε μια από τις σπουδαιότερες επαναστατικές φωνές της Μεταπολίτευσης.

Η ταινία «Παραγγελιά», η οποία αφηγείται την αληθινή ιστορία του Κοεμτζή, είναι αφηγηματικά επενδυμένη με δική της ποίηση. Ο Τάσιος, σκηνοθέτης της ταινίας και σύζυγος της Γώγου, τοποθετεί την ποιήτρια στη θέση του αφηγητή, η οποία μέσα από την ποίηση της, μας παρουσιάζει τα γεγονότα που αναφέρονται στην ταινία.

Η Γώγου και ο Τάσιος απέκτησαν μια κόρη, η οποία σε μικρή ηλικία βυθίστηκε στις ναρκωτικές εξαρτήσεις. Η Γώγου, προσπαθώντας να βοηθήσει την κόρη της να ξεφύγει από τα ναρκωτικά, έμπλεξε και η ίδια, γεγονός που δείχνει ότι ήταν ένας άνθρωπος με χαμηλές άμυνες. Η κόρη της έχει αναφέρει σε συνέντευξη ότι παρέμενε παιδί, εννοώντας ότι όπως τα παιδιά απογοητεύονται εύκολα και αφήνουν τον ενθουσιασμό τους να τα παρασύρει, έτσι δρούσε και αυτή σε όλη της τη ζωή.

Η σύγκρουσή της με την εξουσία, αποτυπωμένη γλαφυρά στα ποιήματα της, την οδήγησε δύο φορές στη φυλακή για υποψίες εμπλοκής με τρομοκρατικές οργανώσεις. Οι πράξεις της θεωρούνταν αιρετικές για τους καλλιτέχνες. Έστειλε επιστολή σε εφημερίδα, υποστηρίζοντας φυλακισμένους αναρχικούς, μήνυσε τον υπουργό Δημόσιας Τάξης γιατί σε μια διαδήλωση που συμμετείχε, ξυλοκοπήθηκε από την αστυνομία, φιλοξενούσε σπίτι της ακροαριστερούς αντιεξουσιαστές και δήλωνε ανοιχτά τη στήριξη της σε αναρχικούς.

Ο κόσμος στον οποίο ζούσε η Γώγου, την απογοήτευε και αυτό το έβγαλε στην ποίησή της. Όσο περνούσαν τα χρόνια, η ποίησή της αλλά και η ψυχολογία της γίνονταν όλο και πιο σκοτεινές. Στο τέλος αποτραβήχτηκε λέγοντας τους τελευταίους μήνες της ζωής της σε φίλους ότι ο κύκλος της έκλεισε και ότι δεν έχει κάτι άλλο να δώσει. Τελικά αυτοκτόνησε στο πατρικό της σπίτι, παίρνοντας χάπια και μεγάλες ποσότητες αλκοόλ στα 53 της χρόνια.

Η Γώγου μέσα από τη σκέψη της, τα πεπραγμένα της και την ποίησή της κατάφερε να εκφράσει τις αγωνίες των περιθωριακών ομάδων και να γίνει η συνείδηση των αναρχικών των Εξαρχείων. Η ποίηση της αυθόρμητη, στοχαστική, χειμαρρώδης, σαν να έχει ξεπηδήσει από τους μπιτ δημιουργούς της δεκαετίας του ’50, έγινε σύνθημα σε τοίχους, στίχος σε τραγούδια, φωνή σε διαδηλώσεις.

«Και τη δουλειά θα τη διαλέγουμε, δεν θα είμαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια»

«Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά, εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα»

«Ξέρω πως ποτέ δεν  σημαδεύουνε στα πόδια, στο μυαλό είναι ο στόχος, το νου σου, ε;»

«Εντάξει. Δεν κλαίμε. Μεγαλώσαμε. Μονάχα όταν βρέχει.»    


Share |