20/08/2017

Δημήτρης Μητροπάνος: Η φωνή που έδινε το ρυθμό στο ζεϊμπέκικο

Συντάκτης: Δανάη Λιάκου, 18/04/2012

Ο Δημήτρης Μητροπάνος υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους καθόραιμους λαϊκούς ερμηνευτές που ανέδειξε τούτος ο τόπος, λίγο πριν από το στρατιωτικό πραξικόπημα. Είχε μια φωνή ανυπότακτη και άγρια, εξαιρετικά αναγνωρίσιμη μέσα σε ένα πλήθος από άναρθρες μουσικές κραυγές και φωνές, φέρνοντας κάτι από τη στόφα των παλιών σπουδαίων ερμηνευτών. Φόρεσε το μουσικό πουκάμισο του ζεϊμπέκικου ρυθμού και δεν το έβγαλε ποτέ από πάνω του. Ταυτίστηκε, απολύτως με δυνατά τραγούδια που απογείωσε με τη φωνή του και τον καμαρώσαμε πολλές φορές επί σκηνής να «ρίχνει» λεβέντικες και ζηλευτές στροφές στον γλυκά επιτακτικό και έντονο ήχο της βαριάς μελωδίας του ζεϊμπέκικου.

Παιδικά και εφηβικά χρόνια

Ο Δημήτρης Μητροπάνος γεννήθηκε στις 2 Απριλιου 1948 στα Τρίκαλα σε μια φτωχή οικογένεια. Η μητέρα του ήταν στο αντάρτικο. Για πατέρα του είχε κατά κάποιο τρόπο το θείο του, ο οποίος όμως για μεγάλο διάστημα ήταν στην εξορία, λόγω αριστερών πολιτικών πεποιθήσεων. Μεγάλωσε χωρίς τον βιολογικό του πατέρα, τον οποίο γνώρισε πολύ αργότερα, σε ηλικία περίπου 30 χρόνων, χωρίς όμως ποτέ να έχουν ιδιαίτερες σχέσεις.

Στα παιδικά του χρόνια γύριζε στις αλάνες, έπαιζε ποδόσφαιρο πλάι στο ποτάμι, τις Κυριακές τις πέρναγε στο ψαλτήρι της εκκλησίας και όταν έπεφτε το βράδυ στήνανε ένα σεντόνι στην αυλή του σπιτιού, από πίσω ένα κερί και ο καραγκιόζης έπαιρνε σάρκα και οστά, έτσι απλά σε μια παιδική παρέα, που προηγουμένως είχε φροντίσει να διαλαλήσει την παράσταση σε όλη την γειτονιά. Άλλα βράδια κάνανε καντάδες στα κορίτσια. Τα καλοκαίρια δούλευε ως γκαρσόνι και αργότερα και στην οικοδομή για χαρτζηλίκι. Στ’ αυτιά του ηχούσαν πολύ οι φωνές του Καζαντζίδη και του Μπιθικώτση, ωστόσο ως παιδί, αδυναμία είχε στο Γιάννη Βογιατζή και στη Τζένη Βάνου.

Ανοίχτηκαν δρόμοι

Το 1964 κατέβηκε στην Αθήνα μαζί με το θείο του. Πριν ακόμα τελειώσει το σχολείο, τραγουδάει για πρώτη φορά στην μπουάτ της Πλάκας «Απανεμιά». Πριν το ξέσπασμα της χούντας, μέσα σ’ αυτή την κυψέλη πολιτισμού, ο Μητροπάνος βιώνει αξέχαστες βραδιές σε μια πρωτόγνωρη μέθεξη μαζί με τον κόσμο. Το 1966 συναντά το Μίκη Θεοδωράκη και σε μια περίεργη συγκυρία, καλείται να τραγουδήσει τη «Ρωμιοσύνη» και το «Άξιον Εστί», σε μια σειρά από συναυλίες στην Ελλάδα και στην Κύπρο.

Λίγο αργότερα, γνωρίζει το Γιώργο Ζαμπέτα, ο οποίος τον παίρνει κυριολεκτικά από το χέρι, του γράφει τραγούδια και κάνουν το 1967 το πρώτο του δίσκο. Είναι ο άνθρωπος που ο ίδιος έλεγε, ότι μονάχα του έδωσε, δεν πήρε τίποτα και πάντοτε μιλούσε για την ευγνωμοσύνη που ένιωθε για εκείνον. Το 1971 κάνουν μαζί με το Δήμο Μούτση και το Μάνο Ελευθερίου το δίσκο – σταθμό, «Άγιος Φεβρουάριος» και με τη συμμετοχή μιας ακόμα ερμηνεύτριας, της Πέτρης Σαλπέα. Στο δίσκο αυτό, ο Μητροπάνος δίνει τα διαπιστευτήριά του σε μια υπέροχη δισκογραφική συνάντηση, με φόντο τη μικρασιατική καταστροφή.

Μουσική οικογένεια

Ο Δημήτρης Μητροπάνος  στην μακρόχρονη διαδρομή του αντάμωσε και συνέπραξε καλλιτεχνικά με τους σπουδαιότερους του χώρου, όπως με τον Κουγιουμτζή, το Καλδάρα, το Κατσαρό, το Νικολόπουλο, το Τάκη Μουσαφίρη, το Δημήτρη Παπαδημητρίου, το Λευτέρη Παπαδόπουλο, το Φίλιππο Γράψα, το Μάριο Τόκα και πολλούς ακόμα. Χάραξε τη δική του πορεία στο λαϊκό τραγούδι κάνοντας πάντα ωραίες και επιλεκτικές δουλειές με τραγούδια αξεπέραστα, όπως: «Τα λαδάδικα», «Μια στάση εδώ», «Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη», «Αν είσαι πλάι μου» και πάρα πολλά ακόμα.

Ήταν σταθερός στο ύφος και τις προτιμήσεις του, χωρίς όμως να διστάσει να τολμήσει να παντρέψει το ροκ με το λαϊκό σε συμμετοχές δίσκων με τους Λάκη Παπαδόπουλο και Νίκο Πορτοκάλογλου. Ξεχωριστή ήταν η συνεργασία του με τους Θάνο Μικρούτσικο και Άλκη Αλκαίο στο δίσκο «Στου αιώνα την παράγκα» με τη «Ρόζα», «Πάντα γελαστοί» και «Λούνα Πάρκ» να βρίσκονται στα χείλη όλου του κόσμου. Η τελευταία του απρόσμενη συνεργασία ήταν με το Σταμάτη Κραουνάκη ερμηνεύοντας μοναδικά «Ζωή Νταλίκα Κόκκινη», «Όταν έχω εσένα» και άλλα.

«Είναι ένας ήχος που ζει στη σιωπή...»

Ο Δημήτρης Μητροπάνος είχε μια διαπεραστική φωνή που έσμιγε η λαϊκή χροιά και η λεβέντικη ερμηνεία με τον αμανέ των δημοτικών τραγουδιών. Όταν έμπαινε στο στούντιο να ηχογραφήσει, κάτι που σαν διαδικασία δεν του άρεσε καθόλου, θεωρώντας το χώρο ψυχρό και απρόσιτο, ήθελε να νιώθει ελεύθερος από τον εκάστοτε συνθέτη να «τραβήξει» κάποιο φωνήεν παραπάνω, αν τύχαινε στη διάρκεια της ερμηνείας, χωρίς να πολεμάει για μια συλλαβή να πατάει ακριβώς επάνω στις νότες που είναι γραμμένες στο χαρτί. Με δυο λόγια, αυτό που τον έκαιγε, ήταν η ψυχή του πώς θα ξεδιπλωθεί απάνω στη φωνή και στο τραγούδι. Αυτός ήταν και ο λόγος που κατάφερε να ενώσει διαστρωματικά όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου, τάξης και θρησκεύματος.

Αξιοπρόσεχτο είναι, το πώς στριμώχνονταν οι λέξεις στη φωνή του και πόσο αίσθημα προσέδιδε με την εκφορά τους, γυρίζοντάς τες πίσω σ’ εμάς και κάνοντάς μας να τις νιώσουμε ως το μεδούλι μας. Είχε κατακτήσει τα μεγάλα εκφραστικά μέσα, χωρίς ποτέ να καπελώνει τους δημιουργούς, καθώς είχε πάντα έναν τρόπο να εξυψώνει κι αυτούς μέσα από τα τραγούδια τους. Θεωρούσε, ότι οι δημιουργοί προηγούνται των τραγουδιστών.

Τραγουδούσε πάντα με μετωπικές, χωρίς να καταφεύγει σε παρακάμψεις και στροφές. Τον ενδιέφερε η επιτυχία των τραγουδιών, δεν ήταν όμως ποτέ αυτοσκοπός, αφού, πριν από όλα, ήθελε να κάνει ποιοτικές δουλειές που θα τον συνοδεύουν σαν φάρος στη μετέπειτα πορεία του. Ήξερε να επιβιώνει, ενώ μ’ ένα μαγικό τρόπο δεν έκανε εκπτώσεις ούτε στα όνειρα, ούτε στην αξιοπρέπειά του. Είχε το δικό του αισθητήριο με οδηγό την καρδιά του.

Η παρουσία του Ζαμπέτα ήταν καταλυτική στο τρόπο που αντιμετώπιζε τη δουλειά του και θυμόταν πάντα μια κουβέντα του: «Τα φώτα μην τα κουβαλάς σπίτι σου ποτέ, γιατί θα καταστραφείς.» Αυτό ακριβώς τον έκανε να μην αποκτήσει ποτέ έπαρση μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια της τεράστιας διαδρομής που διύνησε.

Με πάθος για τη ζωή και το τραγούδι

Ο Δημήτρης Μητροπανος ήταν πολύ άμεσος και αληθινός, ένας άνθρωπος γενναιόδωρος και με μπέσα. Ήταν παντρεμένος με τη Βένια Μητροπάνου εδώ και 20 χρόνια και είχαν αποκτήσει μαζί δύο κόρες, στις οποίες είχε ιδιαίτερη αδυναμία και δεν τους χαλούσε χατήρι. Τα τελευταία 8 περίπου χρόνια αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, έχοντας υποβληθεί στο Παρίσι, σε μεταμόσχευση νεφρού, δότης του οποίου ήταν η αδερφή του.

Το 2008 επέστρεψε επι σκηνής, μετά από απουσία 4 περίπου χρόνων από τα μουσικά δρώμενα, στη συναυλία που πραγματοποίησε ο τηλεοπτικός σταθμός ΣΚΑΙ για τις φωτιές του 2007, στο Καλλιμάρμαρο. Το ζεστό καλοσώρισμα του κόσμου που στεκόταν όρθιος, με την είσοδό του στη σκηνή, ήταν φοβερά συγκινητικό. Ο Μικρούτσικος είχε πει: «Σηκώθηκαν χιλιάδες κόσμου και έδειξαν συνδυασμό αγάπης και σεβασμού που εξακόντισε το Μητροπάνο. Ήταν ένας μύθος εν λειτουργία

Ο Δημήτρης Μητροπάνος ήταν πάντα παρών σε ό,τι συνέβαινε. Ήταν πολιτικοποιημένος με αριστερή συνείδηση, όμως δε θέλησε ποτέ να συμμετέχει στο πολιτικό τραγούδι. Εξαιρετικά ήρεμος και χαλαρός άνθρωπος που όταν μιλούσε, ήταν τόσο διακριτικός και ήσυχος ο τόνος της φωνής του, που σχεδόν μουρμούριζε. Ήταν μαχητής και στο τραγούδι και στη ζωή αλλά ποτέ δεν το φώναζε, γι’ αυτό είχε κερδίσει την εκτίμηση και τη λατρεία από όλο τον κόσμο.

Δεν είχε κάνει ποτέ μαθήματα φωνητικής κι όμως ήταν ένας μουσικός οδοστρωτήρας που χάραξε δρόμο στο ελληνικό λαϊκό τραγούδι. Έπινε, κάπνιζε και ήταν αθεράπευτα φίλαθλος του Ολυμπιάκου. Είχε ανθρώπινες αδυναμίες, δύσκολα μα και γλυκά βιώματα που χρωμάτιζαν τις ερμηνείες του και μας έκανε άπειρες φορές να δακρύσουμε, κουβαλώντας όλο τον πολιτισμό της Ελλάδας.

Ο Δημήτρης Μητροπάνος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις 64 ετών, στις 17 Απριλίου 2012. O Μίκης Θεοδωράκης, φανερά συντετριμμένος, είπε για εκείνον: «Ήμουν υπερήφανος για αυτόν. Τον εκτιμούσα και τον αγαπούσα πολύ. Η απώλεια του με συγκλονίζει». Ο Μανώλης Μητσιάς μίλησε για τη λεβεντιά που είχε και πώς ήταν ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Ο Γιάννης Ζουγανέλης επεσήμανε την αρχοντιά που κουβαλούσε από την επαρχία και πώς είχε πάντα γνώμονα την ισότητα των ανθρώπων.

Ο Γιώργος Νταλάρας επίσης, μίλησε για εκείνον: «Η απώλεια είναι μεγάλη, αναπάντεχη και βαριά. Η ομορφιά και το μεγαλείο του λαϊκού τραγουδιού είναι η συνεχής και αδιάλειπτη σχέση του με τους απλούς ανθρώπους, οι οποίοι με ένα αλάθητο ένστικτο επιλέγουν τους αγγέλους που θα το «φρουρήσουν» και θα διασφαλίσουν τη συνέχειά του. Ο Δημήτρης Μητροπάνος είναι, λοιπόν, ένας «επίλεκτος» λαϊκός τραγουδιστής που με τις επιλογές του και την πορεία του τίμησε επάξια αυτόν τον τίτλο.»

Στο νου ξεπηδάει αβίαστα μια εικόνα, κάπου στις γειτονιές του ουρανού θα στέκεται με μαύρο ζιβάγκο, με βλέμμα χαμηλωμένο και θα μας τραγουδάει «Μια στάση εδώ, να βγω στο δρόμο να χορέψω ένα ζεϊμπέκικο...» Καλό ταξίδι, Δημήτρη Μητροπάνο. Θα λείπεις πάντα.


Share |